Θεατρικό
Ζαρωμένη Θάλασσα
Α’ έπος
Στο ακόλουθο άρθρο, πριλαμβάνεται το σενάριο της θεατρικής παράστασης “Ζαρωμένη Θάλασσα“, που αποτελεί έναν από τους μύθους του βιβλίου του εντεκάχρονου* ΦΖΜ “Φανίστικη Μυθολογία“.
Το Σενάριο
Θεατρικό Α’7- “Ζαρωμένη Θάλασσα”
↜↝
[Η Κωνσταντίνα χορεύει με ένα μυστήριο πνεύμα του δάσους. Ακούγεται μουσική. Ένα άλλο, σιωπηλό ζευγάρι, χορεύει πιο πέρα. Η μουσική σταματάει.]
Κωνσταντίνα: Είμαι μια θεά, που τριγυρνά μες στα δάση, κάτω απ’ τις σκιές των δέντρων σιωπηλή, σε νύχτες που οι θνητοί δε βλέπουν.
[Η Μουσική συνεχίζει. Αλλάζουν ζευγάρια. Η μουσική σταματάει.]
Κωνσταντίνα: Χορεύω με τα πνεύματα που ζουν μες τα δέντρα πού και πού, και ακούγεται η μουσική που θροΐζει μες τα φύλλα… Την ακούτε; (Γελάει)
[Η Μουσική συνεχίζει. Ξαναλλάζουν ζευγάρια. Μέχρι που η μουσική σταματάει πάλι.]
Κωνσταντίνα: Ακούω κάποιες φορές τους θνητούς να προφέρουν το όνομά μου με χείλη τρεμάμενα, να μιλούν για μια σκιά, για ένα μυστήριο πνεύμα, που χορεύει μες το έρεβος, όταν το φως του φεγγαριού χτυπάει την πλάση.
[Η μουσική συνεχίζει. Ξαναλλάζουν ζευγάρια. Μια πολύ ψηλή νότα φλογέρας παίζει ενοχλητικά, και επικρατεί πανικός. Καλύπτουν όλοι τα αυτιά τους.]
Θάνατος: Πόσο εύκολο είναι, μόνο με έναν δριμύ ήχο, να τρομάξεις μέχρι και… μέχρι και θεά! Αυτή εδώ, η θέα Κωνσταντίνα… “Θεά”… (Γελάει) Αυτός ο τίτλος ακούγεται τόσο αξιοπρεπής, και όμως, δίνεται σε κάτι τόσο αξιολύπητο! Θα έπρεπε θεά να σημαίνει αθάνατη! Να δείχνει πως ο Θάνατος, δεν μπορεί να την πάρει… Πως εγώ δεν μπορώ να την πάρω!
[Παίζει έντονη μουσική.]
Κωνσταντίνα: Αχχχ! Νιώθω μια τρομερή, θανατική αύρα!
Θάνατος: Κρίμα που δε με βλέπεις! Θα ένιωθες και μια τρομερή, θανατική όψη…
Κωνσταντίνα: Θαρρείς πως είναι πίσω μου!
[Ο Θάνατος αγγίζει τα μαλλιά της Κωνσταντίνας.]
Θάνατος: Τόσο εύθραυστη… Τόσο λεπτή… Φύσα αέρα! Φύσα, φύσα να σηκωθούν στον αέρα και να τιναχτούν σαν μαύρα κι άγρια πνεύματα του κόσμου τα αγαθά, φύσα να αποκαλυφθούν τα αισχρά, φύσα να παρασυρθούν σαν σε χείμαρρο τα μυστικά!
[Η μουσική γίνεται πιο έντονη.]
Θανάτος: Αέρας! Αέρας! Έρχεται μαζί φτιάχνει μια μορφή…
[Ο Θάνατος πάει στην άκρη. Η Μουσική παύει.]
Αέρας: Θεά εσύ, πού για να σε βρει κανείς, πρέπει να είναι ο Θάνατος ή ο Χρόνος, να τα βλέπει όλα, πάλι τριγυρνάς με πνεύματα; Δε θες να κάτσεις μαζί μας, επάνω στο Έβερεστ, με τον ήλιο και…
Κωνσταντίνα: Αχ, είσαι, βλέπεις, πονηρός πολύ, Αέρα, έτσι κάνεις ολημερίς; Ψάχνεις μες τα δάση να βρεις διάφορες διάσπαρτες θεότητες να παλέψουν για εσένα, στο τρομερό βουνό;
Αέρας: Μα, δεν ξέρεις θεά…
Θάνατος: Και βέβαια ξέρει! Δύο στρατόπεδα! Στο ένα κυβερνά η σοφία, στο άλλο το κακό! Εννέα θεοί παλεύουν ο ένας για το αίμα του άλλου, για κάτι ασήμαντο, λες και ο θεός θα σκοτώσει ποτέ θεό!
Κωνσταντίνα: Δε θα παλέψω ούτε για εσένα, ούτε για τον Φάνη, που παλεύετε στο ίδιο στρατόπεδο εναντίον του Δαμαστοσίς και του Ομάρ. Εγώ είμαι πλάσμα ειρηνικό! Εκεί ήμουν, όταν ο Θάνος…
Αέρας: Το Φωτοτέρας, είναι μια φρικτή ιστορία, γνωστή μόνο ανάμεσα στους θεούς, εσύ τί την ξέρεις;
Κωνσταντίνα: Τα ξέρω όλα! Με θεωρείς κατώτερη, σαν τον Όσκαρ, της νεότητας θεό, ή την Αμαλία, θεά του ουρανού, μα εγώ βλέπω και ξέρω τα πάντα…
Θάνατος: Αμ δε…
Αέρας: Πες μας, λοιπόν, θεά, τί το τόσο τρομερό έχει τούτη η ιστορία;
Κωνσταντίνα: Παίζετε με τους θνητούς λες και είναι κούκλες, Αέρα! Η Θάνια, θεά της φύσης, που πάλευε πλάι στον αρχηγό του βορείου στρατοπέδου Φάνη, θεό της σοφίας, αγανάκτησε που δεχόταν εντολές από αυτόν! Τον θεωρούσε υποδεέστερο, και ανάξιο της θέσης του.
Αέρας: Δεν τα θυμάσαι καλά, θεά! Ο Φάνης την έδιωξε, γιατί δεν ανεχόταν την απειθαρχία της!
Θάνατος: Όλοι ξέρουν πως ισχύει αυτό που λέει η Κωνσταντίνα…
Κωνσταντίνα: Και άλλαξε στρατόπεδο. Όταν όμως πήγε να παλέψει στο πλάι του Δαμαστοσίς, θεού της θάλασσας, ο Ομάρ, θεός του κακού, πίστεψε πως ήταν απειλή το πόσο εκρηκτική προσωπικότητα είχε, και έφτιαξε ένα τρομερό σχέδιο! Με θλίβει η ανάμνησή του…
Αέρας: Σχέδιο; Βαριά λέξη για τούτη τη βαρβαρότητα που έκανε ο κόπανος, θρασύδειλος αντίπαλος! Μάλλον παρορμητικότητα, καλύτερα. Τάισε τον καλύτερο φίλο του γιου της Θάνιας, σε ένα τρομερό τέρας! Και ο Θάνος, γιος της θεάς, ξεκίνησε το ταξίδι του για να βρει τον Αλκύωνο!
Κωνσταντίνα: Μα διέπραξε ύβρη, και ο Ομάρ τον τιμώρησε ανάλογα. Αγανακτισμένη, η Θάνια τον καταράστηκε να πεθάνει μαζί της, άδοξα.
Θάνατος: Και θα γίνει…
Αέρας: Φτάνουν όλα αυτά τώρα, είναι όντως θλιβερά, καθώς αποτελούν ένδειξη του ότι δε διαφέρουμε σε πολλά από τους θνητούς.
Θάνατος: Πες του να μιλάει για τον εαυτό του!
Κωνσταντίνα: Αν μονάχα αυτό ήταν που ήθελες, τώρα χάσου, γιατί εγώ, δεν παλεύω για κάποιον τόσο βάρβαρο, σαν τον Φάνη, μήτε και σαν τον Δαμαστοσίς, ακούς; Αυτοί μιλούν κινικά, και δε γνωρίζουν ούτε καν τί πάει να πει “συναίσθημα”. Ούτε ο Φάνης, που έχει του κόσμου τη γνώση, δε γνωρίζει αυτόν τον όρο! Όσα λεξικά και να ανοίξει, δε θα τον μάθει ποτέ! Γιατί μπορεί να είναι έξυπνος και σοφός, μα είναι αναίσθητος! Όλοι σας είστε διεστραμμένοι, μόνον εγώ που ζω στην αρμονία είμαι ήρεμη!
Θάνατος: Δε θα έλεγα πως τώρα είναι ήρεμη…
Αέρας: Με παρεξήγησες, θεά. Εγώ δεν είμαι βάρβαρος… Ήρθα ειρηνικά, να σε προσκαλέσω σε μία όμορφη δεξίωση που διοργανώνω, με σκοπό να φέρω κοντά τους αντιπάλους και των δύο στρατοπέδων…
Θάνατος: Μυρίζω στην ατμόσφαιρα… Μάχη… Αυτό θα καταλήξει σε λουτρό από αίμα…
Κωνσταντίνα: Θα φτιάξω ένα δώρο… Αντάξιό σου…
Αέρας: Θα σε περιμένω θεά…
[Της φιλάει το χέρι, και φεύγει. Η Κωνσταντίνα σκουπίζει αυτό το χέρι στο φόρεμά της.]
Θάνατος: Ξέρω τί έχει στο μυαλό της… Μην το κάνεις… Μη… (Γελάει)
{Κλείνει η κουρτίνα.}
====
Κωνσταντίνα: Τί να κάνω γι’ αυτόν; Τί του αξίζει; Ένα κάρβουνο μπορώ να του δώσω, και θα του είναι και πολύ, του αχρείου! Τολμάει να είναι ένας από τους ηθικούς αυτουργούς των φόνων τόσων θνητών; Μόνον ο Φυξ είναι καλός! Ο μόνος που πάλεψε για το καλό… Ο μόνος… Μπορώ να του φτιάξω ένα δώρο, που θα του προξενίσει τον πόνο που προξένησε στη Θάνια ο Ομάρ, να καταλάβει πως η ζωή δεν είναι παιχνίδι… Μα είμαι έτσι εγώ; Εγώ δεν είμαι διεστραμμένη… Από την άλλη, όμως, του αξίζει να αγαπήσει πραγματικά μια κόρη… Κι αν τελικά δεθώ κι εγώ μαζί της; Και πεθάνει; Δε θα την προστατέψω σαν μια μάνα;
[Δημιουργεί κάτι με τα χέρια της.]
Κόρη του Αέρα: Καλήν εσπέραν, θεά. Δημιούργημά σας, ακόλουθός σας…
Κωνσταντίνα: Θα περάσεις πολύ ωραία… (Μουρμουράει) Κι ας ελπίσουμε πως ο Ομάρ θα γεμίσει τύψεις…
====
Ομάρ: Το νιώθετε αυτό; Μια απελπισμένη προσπάθεια του αξιολύπητου Αέρα, να επανενώσει τους εννέα θεούς του Έβερεστ; Το νιώθετε κι εσείς; Μυρίζετε το αίμα; Ακούτε τις κραυγές; Εγώ ναι… Τολμάει αυτός ο υποδεέστερος, να φέρει κοντά εμένα, τον θεό του κακού Ομάρ, και τον… ασήμαντο Όσκαρ, θεό της νεότητας; Ε; Τολμάει να φέρνει κοντά τον αρχηγό των αρχηγών Δαμαστοσίς, θεό της θάλασσας, και τον μυγιάγγιχτο Φάνη; Θέλω όμως, το ομολογώ, να πάω να δώ, τί θα γίνει. Θα αποφασίσει ο Δαμαστοσίς να μετατρέψει το μέρος από δεξίωση επανένωσης σε τελετή σφαγής θεών από θεούς; Ή δε θα κάνει κάτι, για να βρει το κατάλληλο χτύπημα; Διότι είμαι σίγουρος, πως όλο αυτό θα τελειώσει σε Θάνατο…
Θάνατος: (Γελάει) Χα, χα! Εννοείται, ανίδεε…
Ομάρ: Προσπαθώ να καταλάβω, τί είναι ο Αέρας; Ήρωας ή ηλίθιος;
Θάνατος: Ανίδεος είναι… Αυτό είναι…
Ομάρ: Ανίδεος είναι… Αυτό είναι… Όμως δεν καταλαβαίνει, πως ο κόσμος, δεν είναι τόσο απλός! Για να επιβιώσει κανείς, μόνη λύση είναι να σκοτώσει! Να φονεύσει με τα ίδια του τα χέρια, να τα λερώσει! Πέραν από τους εννέα θεούς, ποιους άλλους αξιολύπητους θα τολμήσει να συγκρίνει με εμένα; Μήπως τον Ιάσονα, θεό των ονείρων, που πάλεψε πλάι στον ΛΔΔ; Ή μήπως τη Σάνμουν, δημιούργημα αυτού; Και οι δύο θεοί, χαμένοι από καιρό, αρχαίες θεότητες. Θα ήταν μέγα λάθος να τις προσκαλέσει. Διότι το μόνο που θέλουν, είναι να πιουν το αίμα των καινούργιων αυτών θεοτήτων που δε σεβάστηκαν τίποτε! Θέλουν αίμα! Δεν το καταλαβαίνει; Θα γίνει μακελειό!
Θάνατος: Τικι, τικ, τικ, τικ… Μπαμ! Μία ημέρα πριν… Όλο και πιο κοντά…
{Κλείνει η κουρτίνα}
====
[Ο Αέρας μιλάει σιωπηλά, μα χαρούμενα με θεότητες που φορούν μάσκες. Κρατάνε όλοι ένα ποτήρι κρασί στο χέρι.]
Ομάρ: Βασιλιά μου, τί θα κάνεις σήμερα, αλήθεια; Ποθείς την επανένωση;
Δαμαστοσίς: Όχι βέβαια! Εγώ ποθώ να στραγγίξω το αίμα τους από τα σώματά τους, και ύστερα να το πιο στα αξιολύπητα κρανία τους, σε μια σκηνή αποκεφαλισμένων κουφαριών! Αυτό θέλω! Μα εδωπέρα μέσα, δεν είναι κατάλληλη στιγμή. Ο Αέρας έχει κάνει κάτι ύποπτο, βλέπεις, σταύρωσαν τα βλέμματά μας με μιας θεάς, που δεν περίμενα με τίποτε να δω…
Ομάρ: Ποια είναι αυτή; Θα πρέπει να τη φοβόμαστε; Είναι η Νυξ; Ποια είναι;
[Ο Δαμαστοσίς του κάνει νόημα να κοιτάξει στο πλάι, όπου μπαίνει η Κωνσταντίνα με την Κόρη του Αέρα.]
Αέρας: Αχ, Κωνσταντίνα!
[Χειροκροτάει, και κάνει νόημα σε όλους, ακόμη και το κοινό, να κάνουν το ίδιο. Η Κωνσταντίνα μπαίνει με ένα χαμόγελο.]
Αέρας: Θα μου χαρίσετε αυτόν τον χορό, αγαπητή;
Κωνσταντίνα: Μα… Και βέβαια…
[Παίζει ήρεμη μουσική. Χορεύει η Κωνσταντίνα με τον Αέρα, και ένα ζευγάρι με μάσκες πιο πέρα. Όταν τελειώνει ο χορός, υποκλίνονται και οι δύο. Χειροκροτάνε όλοι, εκτός από τον Ομάρ.]
Ομάρ: Κύριε, γιατί τους χειροκροτάτε; Είναι τόσο σημαντικοί;
Δαμαστοσίς: Είσαι τόσο κοντόφθαλμος, κάποιες φορές, Ομάρ.
Αέρας: Θα μας πεις, ποιο είναι αυτό το ανθισμένο, ανθρωπόμορφο λουλούδι που μας έφερες σήμερα;
Κωνσταντίνα: Αυτή εδώ, είναι μια θνητή, φτιαγμένη να γίνει η αγαπητή σου κόρη. Δεν είναι, βέβαια, απλή θνητή, αλλά μπορεί να αντέξει στις αντίξοες συνθήκες του Έβερεστ, και να μην φάει ούτε και να πιει τίποτε για όλη της τη ζωή.
[Η Κόρη του Αέρα υποκλίνεται.]
Αέρας: Υπέροχο, δώρο! Είμαι σίγουρος πως είναι το τέλειο παράδειγμα για αυτό που αποσκοπεύει να επιτύχει η αποψινή μας συγκέντρωση, δε θαρρείς;
[Ο Αέρας χτυπάει δύο παλαμάκια.]
Αέρας: Θα ήθελα να κάνω μια πρόποση…
[Όλοι γύρω του κάνουν ένα ημικύκλιο.]
Κωνσταντίνα: Σε ποιο πράγμα; Στην Αγάπη;
Κόρη του Αέρα: Στον Έρωτα;
Δαμαστοσίς: Στο Μίσος;
Ομάρ: Στην Κακία;
Πρώτη θεότητα: Στη Γνώση;
Δεύτερη θεότητα: Στην Εξυπνάδα;
Αέρας: Στο Χάος!
[Μουρμουρητά περιέργειας ακούγονται.]
Αέρας: Στον ποιητή των όλων, αγαπητοί! Το Χάος, αυτό που μας έφτιαξε, αυτό που θα μας καταστρέψει! Αφήστε με να σας διηγηθώ τη σύντομη ιστορία του είδους μας… Χάος. Ατέρμονο, απέραντο, χάος. Αχανής ουράνια έρημος. Και ιδού, η Νυξ. Θεά δυνατή, μεγάλη. Ελληνικής μυθολογίας. Θεά της Νύχτας. Την έτρεμε ο Δίας. Η Ήρα, η Αθηνά. Μόνον από τις κλωστές των μοιρών, δεν ξέφευγε. Και βλέπω, εκεί, στο βάθος, μια λάμψη. Και φαίνεται να έρχεται ο ΛΔΔ, ο ίδιος. Θεός, που κυριαρχεί τη Νυξ, τη Νυξ, λέω, την ίδια, και φτιάχνει… Την Ολότητα… Το σύμπαν, στην Ολότητά του, που χωρίζεται και επανανταμώνει. Ο ΛΔΔ, κυρίαρχος του σύμπαντος. Ο ΛΔΔ, αρχηγός. Και ο Φυξ, θεός των εκρήξεων, υποτάσσεται. Υποτάχθηκε! Και μάγεψε τον ΛΔΔ, για να φτιάξει τις Φανομοίρες! Και έκαμεν συνεργασία! Πάλεψε! Έκανε μηχανορραφίες… Αυτός, ήξερε κι ακόμη ξέρει του κόσμου και του σύμπαντος τα άπαντα. Και ύστερα, από ένα λάθος, κι ας ο θεός των ονείρων, Ιάσονας, ποτέ του δεν τον συμμερίστηκε, κατάφερε να πάρει την εξουσία από τον ΛΔΔ. Και ο ΦΖΜ, ον μαγικό, που βοήθησε στη νέα αυτή ακμή, από τις στάχτες της παρακμής, κυριαρχεί για πάντα, με τη δύναμη τριών αντικειμένων. Την ασπίδα της Σάνμουν. Τη ράβδο της Ιντρακούντα. Και… Το δαχτυλίδι του σκότους, του ΦΖΜ! Ο ΦΖΜ, δημιουργεί και τους εννιά από εμάς. Είμαστε και οι εννέα αδέλφια, γιατί να χύνεται, λοιπόν, αδελφικό αίμα, ε; Να παλεύουμε για το καλό, και όχι κατά αυτού.
Δαμαστοσίς: Και πώς καταλαβαίνεις, εσύ, πιο είναι καλό και πιο κακό; Είναι θολή η γραμμή πού και πού, ειδικά στον πόλεμο!
[Η Κωνσταντίνα προστατεύει την Κόρη του Αέρα, όλοι ετοιμάζονται για μάχη.]
Δαμαστοσίς: Μα θαρρώ πως έχει δίκιο… Συνέχισε…
Αέρας: Ας γιορτάσουμε λοιπόν! Ας πιούμε για το καλό!
[Ο Αέρας γελάει, απλώνει τα χέρια, και όλοι χειροκροτάνε. Παίζει εύθυμη μουσική, και χορεύουν όλοι. Μετά από ένα λεπτό χορού, κλείνουν οι κουρτίνες.]
====
Δαμαστοσίς: Είναι χαριτωμένο, να βλέπεις κάποιον να νομίζει πως εξαφάνισε την έχθρα εκατοντάδων χρόνων, μόνον επειδή είπε γελοία ποιηματάκια… Σίγουρα είδατε αυτό το έφθραφστο, θνητό κορίτσι, που έδωσε η Κωνσταντίνα στον Αέρα, ε; Αν περιμένω λίγο μονάχα, να την αγαπήσει… Λένε πως ό,τι περνάει από κακουχίες και αντιξοότητες, γίνεται πιο δυνατό! Το ίδιο θα γίνεται και για την αγάπη, ε; Αυτή όμως η θεά, η Κωνσταντίνα, μου φάνηκε σα να μεγάλωνε αυτή τη θνητή, θαρρείς πως ήταν γουρούνι που όδευε προς σφαγή… Πρέπει να τη σκοτώσω, βέβαια, μα πρέπει να νιώσει ο Αέρας πως ήταν δικό του φτέξιμο, πως σκότωσε την μόνη του κόρη… Πώς όμως θα γίνει αυτό;
[Ο Δαμαστοσίς φεύγει.]
Κωνσταντίνα: Αέρα! Πού είσαι Αέρα! Απαιτώ να εμφανιστείς αμέσως!
Αέρας: Εδώ είμαι, θεά. Πώς θα μπορούσα να ανταποδώσω σε αυτή την όμορφη έκπληξη;
Κωνσταντίνα: Άσε τα γλυκανάλατα! Θέλω πίσω το δημιούργημά μου! Μου ανήκει!
Αέρας: Λοιπόν, όχι πια… Μου την χάρισες θυμάσαι;
Κωνσταντίνα: Θα πεθάνει αν μείνει μαζί σου! Τη θέλω πίσω!
Αέρας: Θα την προστατεύω σαν κόρη μου, δε θα πάθει τίποτε!
Κωνσταντίνα: Λες ψέματα! Θα τη σκοτώσει! Δε θα την προστατέψεις!
[Η Κωνσταντίνα επιχειρεί να περάσει, μα ο Αέρας δεν την αφήνει.]
Αέρας: Φτάνει, θεά! Τέλος! Της έφτιαξα μέχρι και σπίτι επάνω στο Έβερεστ! Δεν το ξέρει κανείς άλλος!
[Η Κωνσταντίνα έχει δάκρυα στα μάτια.]
Κωνσταντίνα: Αν πεθάνει εκεί πάνω, το κρίμα στον λαιμό σου, κακομοίρη!
[Φεύγουν.]
Ιάκωβος: Όμορφα είναι τα λουλούδια, ο αέρας… Όμως τί να τα κάνω; Εγώ είμαι ο Ιάκωβος. Με βαράει αλύπητα και αδυσώπητα σα μαύρη μάστιγα η απώλεια του γιου μου… Μα, τί άγριος και βάρβαρος ο κόσμος, σαν μπουμπούκια που ετοιμάζονται να ανθίσουν φαίνονται οι θνητοί, και οι θεοί τα θερίζουν, θαρρείς πως είναι ξανθά στάρια! Έναν γιο είχα! Έναν γιο μονάκριβο! Τον λάτρευα! Σαν θνητός εγώ, δεν είχα άλλο στη ζωή. Ούτε και μια ζωή ατελείωτη είχα! Ο Ομάρ, λένε, μεταμόρφωσε το παιδί μου σε ένα τρομερό τέρας! Δεν το ξαναείδε ποτέ κανείς από τότε… Είχε πάει να σώσει τον καλύτερό του φίλο, τον Αλκύωνο, που επίσης ο Ομάρ εκτέλεσε… Δε μου έχει μείνει τίποτε…
Κωνσταντίνα: Τί έκανα; Τί έκανα;
[Παίζει λυπηρή, μα έντονη μουσική.]
Κωνσταντίνα: Τί έκανα, βοήθεια! Έπεσα στο επίπεδό τους, έγινα σαν αυτούς! Όχι!
[Οδύρεται στα πατώματα.]
Ιάκωβος: Πώς μπορώ να σας βοηθήσω, κυρά;
[Η Κωνσταντίνα γυρνάει να τον κοιτάξει. Σηκώνεται όρθια. Εκείνος πέφτει στα πόδια της.]
Ιάκωβος: Ζητώ συγχώρεση που τόλμησα να σας κοιτάξω στα μάτια! Δεν έπρεπε ένας θνητός του επιπέδου μου, να κοιτάξει μια πανέμορφη θεά, σαν εσάς! Δεν το χωράει ο νους μου πώς έκανα κάτι τέτοιο! Πώς μπορώ να επανορθώσω;
Κωνσταντίνα: Σήκω επάνω. Εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους θεούς, που μάχονται επάνω στο Έβερεστ. Θέλω όμως βοήθεια από κάποιον… Σκότωσα την κόρη μου…
Ιάκωβος: Τη… Τη σκοτώσατε;
Κωνσταντίνα: Δεν είναι ακόμη νεκρή, μα θα είναι σε λίγο, εκεί που την έστειλα… Αν πας να τη βρεις, και γίνεις ο καλύτερός της φίλος, να την ακολουθείς πάντα… Να την προστατεύεις μέρα-νύχτα. Και να με ειδοποιήσεις αμέσως αν γίνει κάτι. Βγες στο βουνό, και φώναξε: “Χάνω ό,τι έχω, χάνω την αγάπη…”
Ιάκωβος: Πού είναι;
Κωνσταντίνα: Επάνω στο Έβερεστ. Θα χρειαστείς μαγικά φίλτρα για να πας. Θα σου δώσουν οι Φανομοίρες. Ζουν σε μια σπηλιά, κάπου μες τα δάση, κανείς δεν ξέρει πού ακριβώς. Λένε πως η σπηλιά τους αλλάζει μαγικά, ανάλογα με το ποιος τις ψάχνει. Ίσως τώρα να είναι κάπου στο Έβερεστ.
Ιάκωβος: Θα τη βρω, θεά. Και τη σπηλιά, και την κόρη σου. Και όποιος τολμήσει να τη βλάψει, θα το μετανιώσει πικρά…
[Ο Ιάκωβος φεύγει.]
Κωνσταντίνα: Θα ξέρω πως ο Αέρας δεν την προσέχει, αν τελικά ο Ιάκωβος μπει μες το σπίτι. Αν όμως το μόνο που βρω είναι το κεφάλι του, τότε θα ξέρω πως κανείς δε θα βλάψει το δημιούργημά μου…
====
Άστερα: Μμμ, αδερφές μου, απόκοσμα όντα, μυρίζετε τούτη την ανθρώπινη μυρωδιά;
Θανάτωση: Ναι, τελείως αισχρή…
Σκιά η Κια: Πραγματικά…
Όλες μαζί: (Γελάνε.)
Ιάκωβος: Ώστε εδώ συχνάζετε, τώρα, μεγάλες θεότητες… Άστερα, Θανάτωση της Εξουσίας, Σκιά η Κια, αναγνωρίζω το μεγαλείο σας… Είμαι ο Ιάκωβος, και ήρθα να ζητήσω τη βοήθειά σας…
Θανάτωση: Μμμ… Δεν είσαι ο πρώτος…
Άστερα: Πολλοί έχουν προσπαθήσει…
Ιάκωβος: Και τα κατάφεραν;
Άστερα: Κατάφεραν να τους φάμε την καρδιά! Χε, χε!
[Ο Ιάκωβος πέφτει πάνω σε μια νεκροκεφαλή.]
Ιάκωβος: Αχχ! Τί έχετε κάνει!
Θανάτωση: Εμείς παλέψαμε με τον ΛΔΔ, λες να μας φοβίσεις εσύ;
Ιάκωβος: Αχ, πέφτω στα γόνατά σας, σώστε με!
Θάνατος: Κάν’ τε το, Φανομοίρες! Μόνον εσείς, που με βλέπετε και με ακούτε, ακούστε αυτό που σας λέω, και θα ανταμειφθείτε με αίμα…
Θανάτωση: Πάρε τούτο το φίλτρο που σε βοηθάει να αναπνέεις τον αραιό αέρα του Έβερεστ…
Σκιά η Κια: Πάρε και αυτό που σου δίνει αορατότητα…
Όλες μαζί: Καλή τύχη, ταξιδιώτη…
Ιάκωβος: Σας ευχαριστώ, πάνκακες…
{Κλείνει η κουρτίνα.}
====
Δαμαστοσίς: Ομάρ, εσύ τώρα θα αναλάβεις τον φόνο της Κόρης του Αέρα, και θα ανταμειφθείς με τον θρόνο του Έβερεστ, όταν πάρουμε την εξουσία από τον Φάνη!
Ομάρ: Θα βρω έναν θνητό, δήθεν ότι θέλω να της δώσω ένα δώρο… Θα μου δείξει πού είναι, και πότε θα τη βρω μόνη… Θα απασχολήσει τον Αέρα, κι εγώ θα τη σκοτώσω…
Δαμαστοσίς: Πρέπει να βρεις κάποιον ευάλωτο, έτοιμο να καταρρεύσει, που δεν έχει παρά τίποτε στον κόσμο…
Ομάρ: Ξέρω έναν πατέρα… Που θρηνεί τον χαμό του παιδιού του… Εύκολος στόχος, μα… Υπάρχει ένα εμπόδιο…
Δαμαστοσίς: Και ποιο είναι αυτό;
Ομάρ: Εγώ είμαι ο φονεύς του γιού του. Εγώ πήρα τη ζωή του αδύναμου αυτού σάρκινου, και την άφησα να χαθεί στου ερέβους τα βάθη.
Δαμαστοσίς: Σου είχα πει, Ομάρ, πως αυτή σου η πράξη δίχως σκέψη θα οδηγήσει σε προβλήματα μεγάλα. Βλέπεις, βάζεις συχνά το συναίσθημα πάνω από τη σκέψη σου, κι ας ξέρεις πως κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε καταστροφή. Παίζεις με τους θνητούς λες και είναι κούκλες. Δεν είναι κούκλες, είναι πιόνια… Τώρα πήγαινε, και μη γυρίσεις αν δεν μπορείς να πάρεις το κεφάλι της κόρης του Αέρα!
====
Ομάρ: Περπατείς μονάχος σε μονοπάτι σιωπηρό, και χάνεσαι μες τις σκέψεις σου για εκείνη τη θεά, κι εκείνη τη θνητή…
Ιάκωβος: Ποιος είσαι, ξένε;
Ομάρ: Είμαι κάποιος, που γνωρίζει για το δράμα που περνάς, κάποιος που θέλει να σε βοηθήσει…
Θάνατος: Για να σώσει το τομάρι του…
Ιάκωβος: Πώς ξέρεις;
Ομάρ: Ξέρω, επειδή… Επειδή είμαι ο θεός Ομάρ!
[Ο Ιάκωβος θρηνεί σιωπηλά προς το κοινό. Μιλάει σπαστά.]
Ιάκωβος: Εσύ είσαι ο δολοφόνος του γιου μου; Πώς τολμάς να εμφανίζεσαι μπροστά μου;
Ομάρ: Μάζευε, θνητέ, τα λόγια σου, και κλείσε το αξιολύπητό σου στόμα! Μιλάς εσύ, ένας σάρκινος, σε έναν θεό θαρρείς πως είναι υποδεέστερός σου; Ας μη χαλάμε τις καρδιές μας! Έλα… Έλα να σφίξουμε τα χέρια, γιατί θέλω να επανορθώσω…
Ιάκωβος: Γιατί να θες εσύ, ο θεός του κακού, να σφίξεις τα χέρια με έναν αξιολύπητο θνητό, σαν κι εμένα; Τί σε έκανε να μετανιώσεις τόσο πολύ για τις πράξεις σου;
Ομάρ: Η δεξίωση του Αέρα, με έκανε να βρω τον αληθινό μου εαυτό… Θέλω όμως να βοηθήσω τον κόσμο να γίνει ένα καλύτερο μέρος. Ο Αέρας ψεύδεται. Έχει σκοπό να βασανίσει την Κόρη του, διότι δεν μπορεί να ασχολείται μαζί της…
Ιάκωβος: Μπορώ να την προστατέψω εγώ! Δε χρειάζεται να τη βασανίσει… Να, σε αυτήν πάω τώρα, θέλω να τη δω, με στέλνει η δημιουργός της…
Ομάρ: Πήγαινε, μη σε αποσπώ από τη δουλειά σου. Θα σε περιμένω ξανά στους πρόποδες, γιατί θέλω να της μιλήσω κι εγώ, θέλω… Να της δώσω ένα δώρο!
Θάνατος: Ποιος ανίδεος βλάκας θα έχαφτε αυτές τις ασυναρτησίες;
Ιάκωβος: Καλώς, Ομάρ. Θα επανέλθω. Θέλω απλώς να δω πως είναι καλά. Θα σου πω πού είναι, και μαζί θα της χαρίσουμε τη ζωή που της αξίζει!
Ομάρ: Όχι, στάσου, πρέπει πρώτα να ζητήσεις το χέρι της από τον Αέρα…
Ιάκωβος: Και να έρθει ύστερα μαζί μας… Και μην τίποτε στην Κωνσταντίνα… Θα της το κάνουμε έκπληξη…
Ομάρ: Βέβαια…
Θάνατος: Δεν μπορώ άλλο με τους θνητούς…
====
Ιάκωβος: Όμορφη του Αέρα κόρη, υποδέξου με εις αυτή τη μεγαλοπρεπή οικεία, με στέλνει η θέα Κωνσταντίνα.
Κόρη του Αέρα: Η Κωνσταντίνα; Η μητέρα μου;
Ιάκωβος: Βέβαια! Θέλησε, λέει, να γίνω προστάτης σου… Άνοιξέ μου την πόρτα.
[Ο Ιάκωβος αντικρίζει την Κόρη του Αέρα. Μένει άναυδος.]
Κόρη του Αέρα: Πέρνα μέσα, έλα εδώ…
[Η Κόρη του Αέρα μιλάει ασυνάρτητα και σιωπηλά, εκείνος μονολογεί.]
Ιάκωβος: Είναι πιο όμορφη από όλα τα ολάνθιστα λουλούδια της υφηλίου, και όλα τα άστρα του ουρανού σε ένα μπουκέτο! Μιλάει πιο γλυκά από το μέλι που τρέχει από τις κυψέλες των μελισσών, και τα μάτια της είναι πιο λαμπερά από τη βραδινή σελήνη! Ω, θεοί, πώς μπορεί κανείς ν’ απλώσει βίαιο χέρι στη λεία της επιδερμίδα, πώς μπορεί κανείς να κοιτάξει με μίσος τούτο το πλάσμα; Θαρρείς πως στο βλέμμα της αντανακλάται η ομορφιά του σύμπαντος, την οράτε;
Κόρη του Αέρα: Μόνον έξω από τούτο το ξύλινο παράθυρο αντικρίζω τις ομορφιές της φύσης, είναι μόνη μου συντροφιά τα πουλιά, μα ξέρω πως ο Αέρας θέλει το καλό μου…
Ιάκωβος: Όχι, θέλει να σε σκοτώσει, θέλει να βγάλει το βάρος της ευθύνης από της αηδιαστικές του πλάτες, και να ξεφορτωθεί κάτι πολύτιμο… Γι’ αυτόν ασήμαντο…
Κόρη του Αέρα: Ποιος το λέει αυτό; Το είπε η ίδια μου η μήτηρ; Μόνον έτσι μπορώ να το πιστέψω⋅ μου είπε εκείνη, με προειδοποίησε πως ο κόσμος δεν είναι παρά ένα ποτήρι κουτοπονηριάς και θρασυδειλίας που ξεχειλίζει…
Ιάκωβος: Τα ίδια της τα χείλη, πρόφεραν το ακόλουθο: “Από μαχαίρι θα πάει το ίδιο μου το δημιούργημα, θα πάει χαμένος ο κόπος και ο πόνος, ο Αέρας θα προσποιηθεί πως την αγαπά, μόνον για να τη λιώσει σαν έντομο.”
[Μονολογεί ξανά.]
Ιάκωβος: Γιατί πίστεψα ό,τι μου είπε εκείνος; Πώς ξέρω πως δεν είναι μια διεστραμμένη φιγούρα, που παίζει με τα αισθήματα θνητών; Ίσως να θέλω απλώς να το πιστέψω… Ίσως…
Κόρη του Αέρα: Αφού το είπε εκείνη η ίδια, δεν έχω παρά να σε ακούσω… Πες μου, θα έρθεις να με ξαναδείς;
Ιάκωβος: Θα έρχομαι κάθε ημέρα. Θα έχω θεούς με το μέρος μου. Θα σε προστατέψω, αρκεί να μου υποσχεθείς πως όταν όλα αυτά τελειώσουν, θα φύγουμε μαζί…
Κόρη του Αέρα: Και θα μείνουμε μαζί κάτω από το ηλιοβασίλεμα, να λέμε ο ένας στον άλλο ιστορίες; (Γελάει.)
Ιάκωβος: Ναι, ναι, και θα λέμε και όλους μας τους πόνους και ινάτια.
Κόρη του Αέρα: Φαντάζει όνειρο τούτη η περιγραφή, αλήθεια… Μάλλον όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό…
Ιάκωβος: Σου υπόσχομαι, στον Θάνατό σου, θα είμαι εκεί…
Κόρη του Αέρα: Στον Θάνατό σου, θα είμαι εκεί…
{Κλείνει η κουρτίνα.}
====
Ιάκωβος: Αύριο, Ομάρ, αύριο ώρα τέτοια θα με αναμένει, υποσχέσου ότι θα πάμε μαζί να της δώσουμε το δώρο σου…
Ομάρ (Στα παρασκήνια.): Εννοείται… (Γελάει.)
[Ο Ιάκωβος φαίνεται ευτυχισμένος.]
Άγνωστη: Ποιος είσαι εσύ;
Ιάκωβος: Εγώ είμαι ο Ιάκωβος… Πατέρας…
Άγνωστη: Εντάξει, φτάνει, δε με νοιάζει! Τί θες;
Ιάκωβος: Θέλω να αγαπήσω. Το έχω όμως ήδη…
Άγνωστη: Είσαι δηλαδή, ευτυχισμένος;
Ιάκωβος: Λοιπόν…
Άγνωστη: Ξέρω, ξέρω… Νιώθεις πως όταν ζήτησες για νερό, πήρες τη θάλασσα… Όταν ζήτησες για φως πήρες τον ήλιο… Όταν ζήτησες για αγάπη, πήρες εκείνη…
Ιάκωβος: Ναι, αλήθεια, όμορφο αυτό να της το πω… Πώς το είπες ακριβώς;
Άγνωστη: (Γελάει.) Όχι, όχι, δεν έχεις καταλάβει τίποτε… Δεν πρέπει να της το πεις, δεν πρέπει να πας, πρέπει να την αφήσεις, να φύγεις…
Ιάκωβος: Τί λες, μουρλή; Εσύ θα μου πεις, μια τυχαία ξένη που είδα στον δρόμο, αν εγώ θα αγαπήσω ή όχι;
Άγνωστη: Εγώ μια άγνωστη είμαι, ναι, αλλά εκείνος o μαυροφορεμένος “θεός” που είδες στους πρόποδες του θεόρατου βουνού, είναι φίλος σου αδελφικός, ε;
Ιάκωβος: Εκείνος είναι ο θεός Ομάρ! Εσύ δεν είσαι παρά μια θνητή…
Άγνωστη: (Γελάει.) Ιδού, κόσμε, τα λόγια ενός ερωτευμένου… Ο Θεός Ομάρ… Γιατί, σου έδειξε ταυτότητα; (Γελάει.)
[Ο Ιάκωβος φαίνεται προβληματισμένος. Η άγνωστη τον σπρώχνει στον ώμο.]
Άγνωστη: Και, πες τώρα, που, να, ήταν όντως ο Θεός Ομάρ. Ο Θεός του κακού! Αυτός που σκοτώνει τους ανθρώπους λες και είναι παιδί που πατάει μυρμήγκια στο πάρκο… Εμπιστεύεσαι αυτόν; (Γελάει.)
Θάνατος: Αυτή η τρελή γριά, για δες, είναι η φωνή της λογικής, ωρέ!
Ιάκωβος: Θες κάτι; Είσαι ζητιάνος; Θες δύο οβολούς, τί θες;
Άγνωστη: Θέλω να θυμάσαι, πως όταν τα κάνεις θάλασσα, όταν πια γκρεμίζεται η ζωή σου μπροστά σου, εγώ σου είπα να πας στην Κωνσταντίνα, και να τη στείλεις στο σπίτι νωρίτερα… Γιατί ξέρω πως δε θα με ακούσεις… Δεν τολμάς να μην την ξαναδείς… Προτιμάς να την ξαναδείς νεκρή… Αφελή…
[Ο Ιάκωβος κοιτάει τον ορίζοντα.]
Ιάκωβος: Πώς μπορεί κανείς να γνωρίζει όλη μου την ιστορία, μόνον επειδή έριξε μια δριμεία ματιά εις τους οφθαλμούς μου;
[Γυρνάει να τη δει, μα έχει χαθεί.]
Ιάκωβος: Γριά, πού πήγες, μωρέ;
====
Ομάρ: Θα έρθει ο θνητός όπου να ‘ναι… Αχ, τί κρίμα που δε θα βρει παρά το τομάρι της αγαπητικιάς του… (Γελάει. Ύστερα φωνάζει.) Του Αέρα κόρη, είμαι εδώ με τον αγαπημένο σου θνητό Ιάκωβο, ήρθαμε να σε βοηθήσουμε, και να σε σώσουμε από τη μοίρα σου!
Κόρη του Αέρα: Αχ, επιτέλους έφτασαν τα βάσανά μου στο τέλος;
Ομάρ: Μα, και βέβαια! Είναι λυτρωτικός ο Θάνατος. Βλέπεις, δε θα ξαναέχεις προβλήματα ποτέ σου…
Κόρη του Αέρα: Ο… Θάνατος; Τί εννοείς; Όχι, σε παρακαλώ, μη μου πάρεις τη ζωή, μη…
Ομάρ: Ω, μη φοβάσαι, ηρέμησε… Δε θα νιώσεις τίποτε… Εξ’ άλλου, γεννήθηκες για να υπηρετείς τους θεούς…
Κόρη του Αέρα: Δεν αποχαιρέτησα τον αγαπημένο μου… Ούτε καν άκουσα το όνομά του να προφέρεται στα δυο του χείλη… Μη, σε παρακαλώ, ένα αντίο θέλω να του πω, μία αγκαλιά να του δώσω… Ένα γλυκό, θερμό φιλί να του χαρίσω, να φιλήσω τα χείλη του, να μείνει αυτή μας η αγάπη στον χρόνο παγωμένη…
Ομάρ: Ή το τομάρι σου, ή το τομάρι μου… Ήθε, ο Θάνατος να σε πάρει… Τώρα…
{Η κουρτίνα κλείνει.}
Κόρη του Αέρα (παρασκήνια): (Ουρλιάζει.)
Θάνατος: (Γελάει.) Αχ, τί ομορφιά που είναι να σβήνει μια ζωή σαν κερί, ε… Πώς περνάει ο χρόνος… Πώς κάποια κεριά σβήνουν… Πώς όλα τα κεριά σβήνουν…
Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια. Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.
Δε θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κοιτάζω τ’ αναμμένα μου κεριά.
Δε θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
Τί γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τί γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.
====
Δαμαστοσίς: Έγινε;
Ομάρ: (Κοπιάζοντας.) Ναι, κύριε, η Κόρη είναι νεκρή…
Δαμαστοσίς: Ώστε, σαν κλωστή εκόπη η ζωή της θνητής; Εύγε! (Γελάει.)
Αέρας: Ποιας θνητής εκόπη η κλωστή της ζωής, Δαμαστοσίς;
Δαμαστοσίς: Δεν έρχεσαι ειρηνικά θαρρώ, Αέρα…
Αέρας: Αυτό θα το κρίνω εγώ, όταν μου πεις ποιανής θνητής επήρες τη ζωή, και απαιτώ να συμβεί τώρα αμέσως, λέγε, ωρέ!
Δαμαστοσίς: Ποια άλλη; Η κόρη σου!
Αέρας: Φύγε, Ομάρ, φύγε γιατί θα σε πάρει κι εσένα!
Δαμαστοσίς: Κι αυτόν; Ας γελάσω! (Γελάει.) Αυτός τη σκότωσε!
Ομάρ: Προδότη!
Αέρας: Προσπαθείς πάλι να σώσεις το τομάρι σου, ενώ βαραίνεις άλλους με την ευθύνη; Θρασύδειλε αλαζόνα!
[Ο Ομάρ φεύγει τρομαγμένος. Ξεκινάει έντονη μουσική.]
Πρώτη δασική θεότητα: Κι εσήκωσε ο Αέρας έναν άνεμο, που τίναζε στον αγέρα σπίτια ολάκερα…
[Ο Αέρας κάνει κινήσεις για τον άνεμο. Ακούγονται καναπέδες που σέρνονται στα παρασκήνια.]
Δεύτερη δασική θεότητα: Κι ο Δαμαστοσίς εδάμασε τη θάλασσα σ’ όλο της το μεγαλείο, κι ένα τσουνάμι θεόρατο κύκλωσε τον άνεμο, και δημιουργήθηκε μια περίεργη μάζα…
[Ο Δαμαστοσίς κάνει κινήσεις για το τσουνάμι. Ακούγονται καναπέδες που σέρνονται στα παρασκήνια.]
Δεύτερη και Πρώτη δασική θεότητα: Κι έτρεμε ολάκερη η πλάση, εσιότανε η γη, κι εκκωφαντικές ήτον η κραυγές τους…
[Η έντονη μουσική παύει. Μιλούν οι θεότητες ήρεμα.]
Πρώτη δασική θεότητα: Αχ, τί μεγαλείο, μια λεπτή στρώση αγέρα ταράζει λιγάκι τα νερά, κυματιστές ζαρώσεις δεσπόζουν σ’ ολάκερη την επιφάνεια της κάποτε μανιασμένης και ηχηρής θαλλάσης…
Δεύτερη δασική θεότητα: Μια θάλασσα ζαρωμένη, ταλαιπωρημένη, σαν τις ψυχές τούτων των θεών…
Αέρας: Κατάρα! Κατάρα σε τούτο το ταξίδι, που φέρνει αγάπη!
{Κλείνει η κουρτίνα.}
====
[Ο Ιάκωβος περπατάει με ένα μπουκέτο λουλούδια.]
Ιάκωβος: Θα χαλάσω εγώ τώρα την καρδιά μου, επειδή μια γριά στον δρόμο μου είπε έτσι; Χα, δε σφάξανε! Σκέφτομαι πώς θα τη ζητήσω από τον Αέρα… Θα μου τη δώσει, ε; Εξ’ άλλου, βάρος τη βλέπει… Μου το είπε ο Ομάρ… Μόλις κάνω την κόρη του Αέρα ευτυχισμένη, μόλις ο ίδιος ο θεός Ομάρ γίνει ο προστάτης της…
[Ο Ιάκωβος δοκιμάζει διαφορετικές φωνές.]
Ιάκωβος: Ω, μεγάλε Αέρα, δως μου το χέρι της κόρης σου… Παρακαλώ; Όχι, όχι, δε θέλω να τον παρακαλέσω. Ω, Αέρα, παντοδύναμε θεέ, δως μου τη χείρα της αγαπητής σου κόρης, θέλω να την κάνω γυναίκα μου… Όχι, όχι, πολύ απότομο. Ω, πανίσχυρε κύριε τον ουρανών, που σε τρέμουν θνητοί και θεοί, ω, δως μου ένα δώρο που αξίζει όσο η γη ολάκερη… Δως μου την κόρη σου, να την έχω σα στολίδι, σα κορώνα στο κεφάλι μου, σα λουλούδι του σπιτιού μου… Το πιο όμορφο λουλούδι… Μπα, πολλές σάλτσες…
[Ξεκινάει να περπατάει βαριά.]
Ιάκωβος: Ομάρ! Πού είσαι, Ομάρ, ε; Πού είσαι;… Θα πάω μονάχος… Σαν της ερημιάς το στάχυ… Που παραδίδει το λεπτό του σώμα στον άνεμο, κι αφήνει ελεύθερες τις γύρες του…
[Δυσκολεύεται να περπατήσει.]
Ιάκωβος: Αχ, τί δυνατός αγέρας είναι τούτος, και τί μεγάλα κύματα που έχει η θάλασσα…
[Πέφτει πίσω.]
Ιάκωβος: Αχ, το γόνα μου… Μάτωσε… Ωχ, κοίτα εκεί, βαθιά μες τον ορίζοντα, κάλμαραν τα νερά της θαλάσσης, και μια όμορφη ζάρωση κυριαρχεί την επιφάνειά της… Έφτασα…
[Η Κόρη του Αέρα κείτεται. Ο Ιάκωβος πετάει τα λουλούδια στο έδαφος.]
Ιάκωβος: Ομάρ! Τί έκανες, ωρέ; Ξανάρπαξες την αγάπη μες απ’ τις χείρες μου, θαρρείς πως παίρνεις γλυκό από μωρό;
Άγνωστη: (Γελάει υστερικά και ενοχλητικά.) Με θυμάσαι, τώρα, ανίδεε θνητέ και σάρκινε; Ανόητε, ορίστε πώς τα κατάφερες! Μπράβο, μπράβο αλήθεια! Χειροκροτάμε το μεγαλείο της τύφλωσης του νου!
[Χειροκροτάει, γελάει, και κάνει νόημα στο κοινό να χειροκροτήσει. Ύστερα φεύγει.]
Ομάρ (Στα παρασκήνια.): Της έδωσα το δώρο που δικαιωματικά της άξιζε…
Ιάκωβος: Σκότωσέ με! Σκότωσέ με επί τόπου! Να πεθάνω μες την αγκαλιά της…
[Γονατίζει δίπλα της.]
Ιάκωβος: Αχ, όμορφή μου ηλιαχτίδα, πώς αργόσβησες σαν χαμένο άστρο; Τώρα που επέθανες, η γη είναι στέρφα, και τα άστρα μουντά. Πώς εγώ τώρα θα παίρνω ανάσες, μου λες; Από τί ήλιο θα μου προσφέρουν τα φυτά οξυγόνο; Πώς θα ζω μες το αιώνιο έρεβος, χωρίς αγάπη; Με αγάπησες ποτέ πραγματικά, ή ένιωσες την ανάγκη επειδή με έστειλε η Κωνσταντίνα; Μήπως με φοβήθηκες; Θα κάτσω μαζί σου, ως την αυγή… (Φωνάζει.) Διότι τούτα τα ξημερώματα ειρήνη μαύρη φέρνουν, που θα μένει αιώνια εις τη μνήμη μας γραμμένη… Με ένα όνειρο τρελό… (Την αγκαλιάζει.) Όνειρο απατηλό, ξεκινήσαμε και οι δυο μας… Και στου δρόμου τα μισά, σβήσαν τ’ άστρα τα χρυσά, ξάφνου απ’ τον ουρανό μας…
[Της φτιάχνει τα χέρια, της κλείνει τα μάτια. Στέκεται όρθιος, και την κοιτάει.]
Θάνατος: Ποια μοίρα με ζηλεύει; Ποιο μάτι φθονερό; Που εχάθηκεν μιαν αγάπη, προτού να τη χαρώ;
Θάνατος και Ιάκωβος: (Τραγουδάνε.) 🎵Σαν πλοίο που ναυάγησε, σα νούφαρο που μάδησε, στης λίμνης μέσα το θολό νερό…🎵
[Ο Ιάκωβος συνεχίζει την απαγγελία, ενώ οι δασικές θεότητες καλύπτουν τη σορό της με ένα σεντόνι.]
Ιάκωβος: Με ελπίδες λιγοστές, έστω και απατηλές, να γυρίσεις περιμένω…
Θάνατος: Ίσως βγει αληθινό… Το όνειρό μου το τρελό… Το όνειρό μου το ναυαγισμένο…
Ιάκωβος και Θάνατος: (Τραγουδάνε.) 🎵Σαν πλοίο που ναυάγησε, σα νούφαρο που μάδησε, στης λίμνης μέσα το θολό νερό…🎵
{Κλείνουν τα φώτα και η κουρτίνα.}
Υπόκλιση
ΤΕΛΟΣ