Κωμική Θεατρική Παράσταση

Θέατρο Γ’1: Πέθανε ο Θείος!

Κα Μάρω: (Ενώ πλένει κάτι ρούχα) Δε φτάνει που μας έχει κατσικωθεί και στρογγυλοκάθονται τα οπίσθιά του ολημερίς, του πλένουμε τα βρακιά, του αλλάζουμε τις πάνες, του φτιάχνουμε το φαγητό, τον ξε… Άσε, να μην πω. Και τί παίρνουμε; Ψίχουλα!

(Η κυρά-Μάρω δυσανασχετεί)

Κα Μάρω: Άντε να ‘ρθει η ώρα του του παλιόγερου, να ησυχάσουμε!

(Ακούγεται ένα κουδούνι στα παρασκήνια)

Κα Μάρω: (Κοροϊδευτικά) Έφτασα! Έφτασα!

(Το κουδούνισμα συνεχίζει επίμονα, και διακόπτει την κυρά-Μάρω.)

Κα Μάρω: Σκάσε γέρο, έφτασα λέω!

(Το κουδούνισμα σταματάει)

Κα Μάρω: Είδατε; Με το καλό πρέπει να τον παίρνουμε. Ντολμαδάκια ήθελε η κατσικομούρη του Κυριακάτικα! Να τα μαγείρευε αυτός, να σου ΄λεγα ‘γω!

(Πάει τα Ντολμαδάκια στο δωμάτιο, αλλά σταματάει, και γυρίζει να κοιτάξει ένα μπουκαλάκι)

Κα Μάρω: Μωρ’ λες; Μια σταγονίτσα να του βάλω μονάχα… Αχ, μα τί λέω η κακούργα, και μια σταγόνα θα τον ξεκάνει! Και αν τον ξεκάνει τί μας πειράζει;

(Παίρνει το μπουκαλάκι, όμως τρέμει το χέρι της.)

Κα Μάρω: Να το βάλω, να μη το βάλω;

(Ακούγεται το κουδούνι, η Κα Μάρω τρομάζει και της πέφτει το μπουκαλάκι. Σκύβει να το πάρει.)

Κα Μάρω: Άντε, έλα καλό μου, έλα…

(Ανοίγει η πόρτα, και μπαίνει μέσα μια όμορφα ντυμένη γυναίκα.)

Ωραιοζήλη: Αχ, τί άσχημο που είναι το έδαφος στο χωριό, μου λέρωσε τα βελούδινα παπούτσια… Κυρά Μάρω; Τί κάνεις;

Κα Μάρω: Ε; Τίποτα… Ξεσκονίζω!

Ωραιοζήλη: Με τα ντολμαδάκια στο χέρι;

(Ακούγεται το κουδούνι)

Κα Μάρω: Αχ, για δες! Ο θείος! Θέλει ντολμαδάκια!

(Η Κα Μάρω φεύγει απ’ τη σκηνή.)

Ωραιοζήλη: Αχ, ο πατέρας σου, πάμε να τον χαιρετήσουμε, Ευστράτιε; Ευστράτιε; Πού είσαι, Ευστράτιε;

(Ένας άνδρας με πολύ κομψά ρούχα μπαίνει στη σκηνή.)

Ευστράτιος: Εδώ, αγάπη μου, μιλούσα με τον γείτονα! Έχω να τον δω τριάντα χρόνια!

Ωραιοζήλη: Ξεχνάς, Ευστράτιε, πως είμαστε αριστοκράτες; Η κοινωνική μας θέση δε μας επιτρέπει να συναναστρεφόμαστε με άτομα κατώτερων κοινωνικών τάξεων!

Ευστράτιος: Συγγνώμη, παραφέρθηκα…

(Η Ωραιοζήλη περπατάει σαν να είναι σε πασαρέλα, και κάθεται στον καναπέ, με τα πόδια λυγισμένα στην άκρη. Ο Ευστράτιος περπατάει κάπως παράξενα, και κάθεται δίπλα της.)

Κα Μάρω: Παλιόγερε!

Ωραιοζήλη: Τί είπες, Μάρω;

Κα Μάρω: Καλόγερε! Λέω, καλόγερε! Είδα έναν καλόγερο στον δρόμο.

Ωραιοζήλη: Α, διότι προς μία στιγμή, νόμισα πως βωμολόχισες, με λέξεις που δεν μου επιτρέπει η καταγωγή μου να προφέρω!

Κα Μάρω: Εγώ; Εγώ μια ταπεινή πλύστρα είμαι…

Ωραιοζήλη: Καλώς, πάμε να χαιρετήσουμε τον πατέρα, Ευστράτιε…

(Σηκώνονται και αποχωρούν.)

Κα Μάρω: Ήθελε και Λουί Βιτόν η καμήλα! (Κοροϊδεύει) Ωχ, αγαπητοί μου, τί εύμορφη που φαντάζει η θωριά του εξοχικού σας! Αχ, πόσο απότομες είναι οι βουνοκορφές της Ηπείρου! Αχ, είμαι μια όμορφη καμηλοπάρδαλη! Αν όμως τα κακαρώσει ο γέρος και τις αφήσει το εξοχικό με τις απότομες βουνοκορφές της Ηπείρου, να δω πώς θα τρέξει!

(Μπαίνει μέσα ένας ηλικιωμένος άνδρας με μία ηλικιωμένη γυναίκα.)

Κα Μάρω: Αχ, καλωσήρθατε, κύριε Μπάμπη! Καθίστε, παρακαλώ!

Κα Γωγώ: Είμαι κι εγώ εδώ!

Κα Μάρω: Ναι, ναι, κάτσε κι εσύ!

(Έρχεται η Ωραιοζήλη με τον Ευστράτιο.)

Ευστράτιος: Θείε, Μπάμπη! Χρόνια και ζαμάνια!

Ωραιοζήλη: Ευστράτιε! Τί έχουμε πει για τις λαϊκές σου εκφράσεις;

(Πλησιάζει τον θείο, και τον φιλάει σταυρωτά.)

Ωραιοζήλη: Καλωσήρθες, θείε!

(Ο Μπάμπης γελάει.)

Ευστράτιος: Γιατί γελάς, θείε;

Μπάμπης: Ευστράτιος; Λες και είσαι παπάς! Σε λίγο θα μας ευλογήσεις κιόλας! (Γελάει) Άσε, ρε Στράτο τις βλακείες, και φέρε ένα ουζάκι!

(Ο Στράτος γυρίζει, μα βλέπει την Ωραιοζήλη, και κάθεται στον καναπέ.)

Γωγώ: Καλύτερα χωρίς ουζάκι! Έχεις και την πίεσή σου!

Ευστράτιος: Είχες δίκιο που μας κάλεσες σήμερα, Μάρω. Ο πατέρας δεν είναι καλά. Πριν λίγο με πέρασε για τον Κουτσούμπα!

Μπάμπης: Τώρα που το λες…

Ωραιοζήλη: Κουτσούμπας;

(Η Κα Μάρω παίρνει ένα κουτί με ποπ-κορν.)

Κα Μάρω: Ας απολαύσουμε το σόου!

Ωραιοζήλη: Οι κομμουνιστές είναι λαϊκοί άνθρωποι, και τελείως αναρχικοί! Δεν μπορώ με τίποτα τους αριστερούς, αλλά οι κομμουνιστές περνούν κάθε όριο!

(Κάνει αέρα με τη βεντάλια της.)

Γωγώ: Δηλαδή εσύ τί ψηφίζεις, μωρή;

Ωραιοζήλη: Σας παρακαλώ πάρα πολύ! Δε σας επιτρέπω!… Νέα Δημοκρατία.

Στράτος: Ο πατέρας, αγάπη μου ήταν μεγάλος κομμουνιστής! Πρώτος στο πολυτεχνείο! Τον πέτυχαν δύο σφαίρες και παραλίγο να τον πατήσει τανκ! Έχει πάει σε πόσες εκδηλώσεις και…

Ωραιοζήλη: Φτάνει! Δεν μπορώ ν’ ακούω αριστερές απόψεις στο σπίτι μου! Εμείς είμαστε Αφάν Γκατέ!

Μπάμπης: Τί είμαστε;

Ωραιοζήλη: Όχι, δεν είστε, εμείς είμαστε. Αφάν Γκατέ. Υψηλή κοινωνία, αγαπητέ θείε!

Μπάμπης: Δε θέλω πολιτικά στο σπίτι μου! Δεν είναι σωστό να κατηγοριοποιούμε τους ανθρώπους σε αριστερούς και δεξιούς! Αυτές τις περιγραφές τις έχουν επινοήσει κάτι δεξιοί, που…

Ωραιοζήλη: Σπίτι σας! Από πού κι ως πού σπίτι σας, θείε;

Στράτος: Α, θείε, το παρατραβάς! Μαζί με τον πατέρα θα τα κακαρώσεις, και θα το αφήσει σ’ εμένα το σπίτι, στον αγαπημένο του γιο!

Ωραιοζήλη: Στράτο, πρόσεχε τις εκφράσεις σου! Άκου ‘κει κακαρώσει! Βέβαια, δίκιο έχει.

Γωγώ: Ξεχνάς τη θετή αδερφή σου;

Μπάμπης: Τί είπες για την αδερφή μου;

Γωγώ: Όχι τη δική σου, του Στράτου!

Μπάμπης: Μα ο Στράτος δεν είναι η αδερφή μου!

Γωγώ: Αχ, μας συγχωρείτε, έχει ένα πρόβλημα με την ακοή του…

Ωραιοζήλη: (Σιγανά) Θέλει και σπίτι ο γέρος!

Μπάμπης: Το άκουσα αυτό!

Στράτος: Εγώ τη θετή μου αδερφή δεν την έχω δει ποτέ, αμφιβάλλω αν έχει έρθει ποτέ να δει τον πατέρα, και σιγά μην της αφήσει τίποτα!

Ωραιοζήλη: Λοιπόν, φτάνει! Εμάς δε μας νοιάζει η περιουσία! Κι αν ο Πατέρας θέλει κάτι, εμείς θα του το δώσουμε από αγνή αγάπη και ενδιαφέρον, όχι επειδή θέλουμε να μας πάρει με καλό μάτι!

Στράτος: Και σίγουρα όχι επειδή έτσι θα μας δώσει την περιουσία…

(Ακούγεται το κουδούνισμα από το δωμάτιο του θείου. ΠαίζειΠαίζει έντονη μουσική, και όλοι πετάγονται από τις θέσεις τους, εκτός από τη Μάρω, και πάνε πέρα-δώθε, για να εξυπηρετήσουν πρώτοι τον θείο. Τελικά καταλήγουν όλοι να φεύγουν από τη σκηνή, εκτός από τη Μάρω.)

Κα Μάρω: Νομίζουν πως ο γέρος είναι κανάς Ωνάσης. Νομίζουν πως έχει πέντε χωράφια, χιλιάδες λύρες και πολλά σπίτια. Μπατίρης είναι όμως! Αν εξαιρέσεις τα τρία εξοχικά στην Κέρκυρα, τα δύο στρέμματα χωράφια στη Λάρισα, εκείνες τις δραχμές που κέρδισε από το λαχείο.

(Ψάχνει τα συρτάρια.)

Κα Μάρω: Πέντε εκατομμύρια τριακόσιες σαράντα τρεις χιλιάδες και πενήντα πέντε δραχμές και τριάντα έξι λεπτά. Περίπου. Ωχ, Παναγία μου! Ίλον Μασκ μας έγινε ο γέρος!

(Γυρνάνε όλοι από το δωμάτιο, και κάθονται στις συνηθισμένες τους θέσεις.)

Κα Μάρω: Τελικά; Τί ήθελε;

Στράτος: Δεν καταλάβαμε, Μάρω…

Ωραιοζήλη: Κάτι για χωράφια στην Κέρκυρα, και σπίτια στη Λάρισα…

Γωγώ: Ανάποδα. Σπίτια στην Κέρκυρα και χωράφια στη Λάρισα.

Ωραιοζήλη: Καλά, ό,τι και να ‘ναι στον ύπνο του τα έβλεπε. Όλα κι όλα κάτι λίγα που κέρδισε σε ένα λαχείο έχει.

Κα Μάρω: Όντως, κάτι κέρματα, δεν…

Μπάμπης: Πόσα είχε κερδίσει, Μάρω;

Κα Μάρω: Δεν…

Στράτος: Μάρω, πόσα χρήματα πήρε απ’ το λαχείο ο Πατέρας;

Κα Μάρω: Δε θυμάμαι ακριβώς…

Γωγώ: Περίπου.

Κα Μάρω: Περίπου… Πέντε εκατομμύρια τριακόσιες σαράντα τρεις χιλιάδες και πενήντα πέντε δραχμές και τριάντα έξι λεπτά. Περίπου.

(Όλοι οι άλλοι πετάγονται επάνω, εκτός από την Ωραιοζήλη, φωνάζοντας “Πόσα;!;!;!”)

Ωραιοζήλη: (Τραβάει τον Στράτο να ξανακάτσει.) Καλά, εμείς η Αφάν Γκατέ, έχουμε συνηθίσει τέτοια νούμερα. Δεν τα θέλουμε…

Στράτος: Τί δε τα θέλουμε, αγάπη μου; Έχω να φάω κανονικό φαΐ πέντε χρόνια, όλο ξηροκάρπια με ταΐζεις!

Ωραιοζήλη: Είναι για να μην γεράσεις άσχημα, και πάθεις ρυτίδες. Ρώτα τον θείο πόσα προβλήματα έχει…

Μπάμπης: Εγώ, παιδιά, δε θυμάμαι, έχω Αλτσχάιμερ.

Ωραιοζήλη: Τί έχετε;

Μπάμπης: Τί έχω;

Γωγώ: Ο Μπάμπης δεν έχει πολλά προβλήματα. Καρδιά, συκώτι, εγκεφαλικά, τριγλυκερίδια, ζάχαρο, διαβήτη, άνοια, Αλτσχάιμερ…

Ωραιοζήλη: Ασ’ το, περδίκι, το πιάσαμε.

Μπάμπης: Εγώ κάποτες ήμουνα πουλί και μ’ αγαπούσανε πολύ! Όταν ήμουν παλικαράκι στα εξήντα μου…

Στράτος: Εσένα, θείε, ο μόνος που σε αγαπούσε στα νιάτα σου ήταν οι δεινόσαυροι, που σε κυνηγούσαν για να σε φάνε!

Μπάμπης: Όμως, όλα κι όλα, δε με πιάσανε ποτέ!

Κα Μάρω: Πήξαμε στα χούφταλα. Να μας αφήσουν και τίποτα…

Γωγώ: Ωχ, αμάν, δε χαιρετήσαμε τη Σούλα απέναντι! Έχουμε να τη δούμε πόσα χρόνια!

Μπάμπης: Να πάω εγώ στο καφενείο εδώ απέναντι, να παίξω ένα τάβλι με τον Θωμά;

Γωγώ: Για μισή ώρα μόνο.

Μπάμπης: Σαράντα λεπτά.

Γωγώ: Τριάντα πέντε.

Μπάμπης: Τριάντα οκτώ μισό.

Γωγώ: Έκλεισε. Φύγαμε.

Ωραιοζήλη: Ορίστε! Δε χαιρετούν, και αποχωρούν γοργώς! Κλασική συμπεριφορά απαίδευτων χωριατών!

Κα Μάρω: Εγώ πάω να πάρω φαγητό απ’ τον χασάπη, να μαγειρέψω.

(Φεύγει.)

Ωραιοζήλη: Χασάπη; Δεν έχει φτιάξει Ντολμαδάκια;

Στράτος: Εγώ, αν με συγχωρείς, θα αποχωρήσω στο μέρος εν ολίγοις.

(Τρέχει. Η Ωραιοζήλη μένει μόνη της. Κοιτάει γύρω της για να σιγουρευτεί πως δεν είναι κανείς, και πάει στο τηλέφωνο. Πατάει έναν αριθμό που βλέπει επάνω σε μία κάρτα. Παίζει ύστερα με το καλώδιο του τηλεφώνου.)

Ωραιοζήλη: Έλα, αγάπη… Με ακούς; Με ακούς σίγουρα; Άκου, δε θα έρθω σήμερα, ξέρω πόσο σου ‘λειψα… Ναι, περιμένω έναν θείο να τα κακαρώσει, και να πάρω τα λεφτά. Θα έρθω μετά, και θα φύγουμε στις Μπαχάμες. Ναι… Ναι… Και αυτό, ναι… Βέβαια… Εννοείται… Έλα, πρέπει να σε κλείσω… Όχι εσύ κλείσε. Όχι εσύ. Όχι, εσύ! Ωχ… Έκλεισε! Άντρες!

(Κάθεται σε έναν από τους καναπέδες, και παίρνει ένα περιοδικό.)

Ωραιοζήλη: Πώς να περάσετε ωραία μόνες σας, για τις μοναχικές γυναίκες… Πλάκα θα έχει…

(Διαβάζει. Όσο περνάει η ώρα, προσηλώνεται όλο και περισσότερο. Μπαίνει ο Μπάμπης, με τρόπο ύποπτο, για να σιγουρευτεί πως δεν τον βλέπει κανείς.)

Ωραιοζήλη: Θείε; Γιατί ήρθατε τόσο νωρίς;

Μπάμπης: Ε… Πώς να περάσετε ωραία μόνες σας, μοναχικές γυναίκες;  (Γελάει)

Ωραιοζήλη: Δε με είδατε, δε σας είδα!

(Ακούγεται το κουδούνισμα επίμονα.)

Ωραιοζήλη: Ωχ, ο πατέρας!

(Τρέχει στο δωμάτιο. Ο Μπάμπης βάζει λίγο ούζο, και κάθεται στον καναπέ. Παίρνει και το περιοδικό.)

Μπάμπης: Πάμε να δούμε τα νέα… Βγάλανε τον Κασσελάκη από τον Σύριζα; Όχι, τον Στέφανο, ρε παιδιά! Τί να πεις… Δεξιοί.

(Μπαίνει η Ωραιοζήλη με ένα μαύρο φόρεμα, μαύρες δαντέλες και γάντια, περπατάει δήθεν στεναχωρημένη. Ο Μπάμπης τη βλέπει, και πετάει το περιοδικό στο κοινό.)

Ωραιοζήλη: Θα πρέπει να σας… Θείε, πίνετε ούζο;

Μπάμπης: Θα ήθελα να διαβάσω για εκείνες τις μοναχικές γυναίκες… Σίγουρα και ο άντρας σου…

Ωραιοζήλη: Ο Πατέρας!

Μπάμπης: Ο Πατέρας τί; 

Ωραιοζήλη: (Προσπαθεί να μιλήσει, αλλά κλαίει.)

Μπάμπης: Ασ’ το, απλώς δείξε μου.

Ωραιοζήλη: (Κρατάει κάτι φυτά.) Ορίστε!

Μπάμπης: Τί είναι αυτά;

Ωραιοζήλη: Ραδίκια!

Μπάμπης: Και γιατί είναι ανάποδα;

Ωραιοζήλη: Πέθανε!

(Παίζει έντονη μουσική. Κλείνουν τα φώτα. Ύστερα ανοίγουν. Και οι δυο τους κάθονται.)

Ωραιοζήλη: Αχ, πατέρα, σε χάσαμε πάνω στο άνθος της ηλικίας σου!

(Αρχίζει να παίζει το “Γελαστό παιδί”, και ο Μπάμπης, λέει:)

Μπάμπης: Να σου πω, θα πάει πολύ αυτό; Απλώς… Ξέρεις… Τέλος! Πάντως… Ναι, όντως, επάνω στο άνθος της ηλικίας του… Να κάνω μια ερώτηση; Ο πατέρας, ποιος είναι;

Ωραιοζήλη: Ο αδερφός σου!

Μπάμπης: Έχω αδερφό;

Ωραιοζήλη: Όχι πια! (Κλαίει.)

Μπάμπης: Ασ’ το θέατρο, και σε ξέρω καλά! Πόσα λες να σου άφησε;

Ωραιοζήλη: Σας παρακαλώ πολύ, θείε! Εμένα δε με ενδιαφέρουν διόλου τα χρήματα!… Περιμένω όμως τουλάχιστον ένα στρέμμα χωράφια κι ένα σπίτι.

(Ο Μπάμπης βάζει κι άλλο ούζο.)

Μπάμπης: Πού λες να πήγαν τα υπόλοιπα;

Ωραιοζήλη: Δεν είναι αυτές συζητήσεις για την κοινωνική μου θέση, Θείε! Το κουτσομπολιό είναι έντονα συνδεδεμένο με ηλικιωμένες γυναίκες σε χωριά.

Μπάμπης: Δεν καταλαβαίνω γιατί να μη κουτσομπολεύσεις τότε!

Ωραιοζήλη: Θείε! Εγώ είμαι επάνω στο άνθος της ηλικίας μου!

Μπάμπης: Έτσι εξηγείται που πριν λίγο μας τον έβγαλες τον γέρο παλικαράκι.

Ωραιοζήλη: Δεν έχω μπει ακόμη στα “-άντα”!

Μπάμπης: Στα εκατόν σαρ-άντα;

Ωραιοζήλη: Στα κανονικά σαράντα!

Μπάμπης: Όξω τα καλοκαίρια.

Ωραιοζήλη: Δεν είμαστε, θείε, για ανέκδοτα σήμερα.

Μπάμπης: Έχεις, δίκιο, πρέπει να αναλάβουμε δράση.

Ωραιοζήλη: Δηλαδή;

Μπάμπης: (Παίρνει το μπουκαλάκι κάτω από τον καναπέ.) Με αυτό.

Ωραιοζήλη: Τί είναι αυτό;

Μπάμπης: Φαρμάκι.

Ωραιοζήλη: Να φαρμακωθούμε για να καταπνίξουμε τον πόνο μας; Εξαιρετική ιδέα! Πηγαίνετε εσείς πρώτος, και…

Μπάμπης: Όχι, μωρέ! Αυτή η Μάρω που ήταν εδωπέρα πόσα χρόνια…

Ωραιοζήλη: Δεκαπέντε χρόνια, δύο μήνες και τρεις μέρες.

Μπάμπης: Πού το ξέρεις;

Ωραιοζήλη: Εμείς την πληρώνουμε.

Μπάμπης: Ναι, τέλος πάντων, καταξοδευθήκατε, αυτή θα μας τα φάει τα λεφτά!

Ωραιοζήλη: Η κουτσομπόλα γριά; Από πού κι ως πού αυτή θα τολμήσει ν’ απλώσει τις βρωμοχερούκλες της -συγγνώμη για τις λαϊκές μου εκφράσεις είμαι συγχισμένη- επάνω στον ιερό πλούτο της οικογενείας τον Παπαχατζηχαραλάμπηδων;

Μπάμπης: Α, καλά, είναι εδώ δεκαπέντε χρόνια μονάχη της με τον πεθερό σου, και θαρρείς πως δε θα σκέφτηκε ο γεροξεκούτης να της άφησε κάτι! Με το ίδιο πλευρό να κοιμάσαι!

Ωραιοζήλη: Υποθέτω πως ο αξιότιμος πατέρας γνώριζε καλώς πώς να διαιρέσει καταλλήλως την περιουσία του. Θα σεβαστούμε την άποψή του, και θα πράξουμε αναλόγως, υποθέτω.

Μπάμπης: Καλά.

(Ενός λεπτού σιγή.)

Ωραιοζήλη: Και τί προτείνετε να κάνουμε;

Μπάμπης: Σκέφτεσαι αυτό που σκέφτομαι;

Ωραιοζήλη: … Δε νομίζω.

Μπάμπης: Να τη φαρμακώσουμε, ρε παιδάκι μου!

Ωραιοζήλη: Απαπά! Αδύνατον! Δε μου επιτρέπεται από…

Μπάμπης: Την κοινωνική σου θέση, η οποία θα πέσει στα Τάρταρα από τα δανεικά που παίρνετε από γύρω-γύρω, αν δεν πάρετε τίποτε από την περιουσία!

Ωραιοζήλη: Θείε, πότε σου δώσαμε εμείς αφορμή να σκέφτεσαι τέτοια πράγματα; Εμείς δανεικά;

Μπάμπης: Καλά, ό,τι πεις.

Ωραιοζήλη: Και πώς ακριβώς λέτε να το κάνουμε;

Μπάμπης: Μια σταγόνα στα σοκολατάκια. Θα τα φάει, η γουρούνα… Και μετά…

Ωραιοζήλη: (Σηκώνεται) Αχ, δεν ξέρω, μωρέ θείε… Να πάρουμε τη βοήθεια του κοινού;

Μπάμπης: (Στο κοινό) Τί λέτε; Να τη φάμε;

(Όσοι λένε ναι σηκώνουν χέρι. Ό,τι και να λένε όμως, θα πει ο Μπάμπης:)

Μπάμπης: Εγώ δεν ξέρω για εσένα, πιο πολλά ναι βλέπω…

Ωραιοζήλη: Δε μετράτε εσείς θείε, έχετε καταρράκτη.

Μπάμπης: (Βγάζει ένα χαρτάκι) Και πρεσβυωπία, και μυωπία, και αστιγματισμό, και υπερμετρωπία…

Ωραιοζήλη: Το πιάσαμε!

(Η Ωραιοζήλη μετράει τα χέρια. Αν το κοινό διαλέξει να τη δηλητηριάσουν, διάβασε παρακάτω. Αν όχι, κάτω από τις παύλες.)

Ωραιοζήλη: Αχ, δεν ξέρω… Μου φαίνεται απολύτως ανήθικο!

(Παίρνει το μπουκαλάκι στα χέρια της.)

Μπάμπης: Το κοινό αποφάσισε! Η Μάρω, πρέπει να πεθάνει!

(Της αρπάζει το μπουκαλάκι. Ραντίζει τα σοκολατάκια.)

Ωραιοζήλη: Μη! Μη! Μην τα ραντίζετε όλα, θείε! Μπορεί να μας πιάσει καμιά λιγούρα!

(Ο Μπάμπης γυρίζει και κοιτάει την Ωραιοζήλη. Κοιτάζονται για λίγο. Ύστερα συνεχίζει.)

====

Ωραιοζήλη: Αχ, πάλι καλά, πρυτάνευσε η λογική! Οι ενοχές θα βάραιναν τη συνείδησή μου αιωνίως, αν…

(Ο Μπάμπης της αρπάζει το μπουκαλάκι απ’ το χέρι.)

Μπάμπης: Είστε όλοι ξενέρωτοι!

(Ραντίζει τα σοκολατάκια. Η Ωραιοζήλη πάει να τον εμποδίσει, μα τα σοκολατάκια πέφτουν κάτω.)

Ωραιοζήλη: Ωχ, έπεσαν! Και τί θα κάνουμε τώρα;

Μπάμπης: Θα τα βάλουμε πάλι μέσα!

Ωραιοζήλη: Όχι, δε γίνεται, δεν είναι υγιεινό!

Μπάμπης: Ασχολίαστο!

(Τα βάζει μέσα, και τα βάζει πάλι επάνω στο τραπέζι.)

[Από εδώ και κάτω, ό,τι και να διάλεξε το κοινό, συνεχίζει το σενάριο κανονικά:]

Μπάμπης: Τα βάζω εδώ. Να μη φάει κανείς, πρόσεχε!

(Η Ωραιοζήλη φαίνεται αγχωμένη.)

Ωραιοζήλη: Δε θέλω… (Κλαίει.)

(Ανοίγει η πόρτα. Μπαίνει η κα Μάρω.)

Κα Μάρω: Γιατί κλαίει η αρχόντισσα;

(Η Ωραιοζήλη και ο Μπάμπης κάθονται στους καναπέδες γρήγορα.)

Ωραιοζήλη: (Σιγανά) Γιατί να της πω ότι κλαίω;

Μπάμπης: Δεν ξέρω… Να δούμε… Πέθανε κανείς μήπως;

Κα Μάρω: Μωρ’ θα μου πείτε τί γίνεται επιτέλους;

Ωραιοζήλη: Τον χάσαμε!

Κα Μάρω: Ποιον;

Ωραιοζήλη: Τον πατέρα!

(Τα ψώνια πέφτουν απ’ τα χέρια της κα Μάρως.)

Κα Μάρω: Πέθανε ο γέρος!;!;

Ωραιοζήλη: (Γνέφει καταφατικά και λυπημένα.)

Κα Μάρω: Μισό λεπτό.

(Πάει στα παρασκήνια, και βάζει γρήγορα ένα μαύρο φόρεμα. Περπατά λυπημένα.)

Κα Μάρω: Παναγιά μου! Σαν πατέρα μου τον είχα!

(Κλείνουν τα φώτα. Μετά από λίγο ανοίγουν.)

Κα Μάρω: Και όταν λες “πέθανε”, εννοείς πως πέθανε πολύ;

Ωραιοζήλη: Πάρα πολύ! (Κλαίει)

Κα Μάρω: Και τί κάνουμε; Δεν πρέπει να καλέσουμε την αστυνομία; Το ασθενοφόρο;

Μπάμπης: Μη! Κάτσε! Κάτσε, μωρέ (Γελάει), το μεγαλοιποιείς το θέμα… 

(Παίρνει τα σοκολατάκια.)

Μπάμπης: Να, φάε εδώ να γλυκαθείς…

(Η Κα Μάρω απλώνει το χέρι της, και μετά το παίρνει απότομα.)

Κα Μάρω: Για σοκολατάκια είμαστε τώρα, κύριε Μπάμπη;

Μπάμπης: Αυτό να μου πεις…

Κα Μάρω: Πάω να τον ντύσω όμορφα, και να τον ετοιμάσω…

Μπάμπης: Μη!

Κα Μάρω: Γιατί;

Μπάμπης: Διότι… Πρέπει να τον δει πρώτα γιατρός!

Κα Μάρω: Ναι, καλά, δεν ξέρουμε εμείς να μετράμε παλμό! Εξ’ άλλου, τον ελέγξατε τον σφυγμό του, ε;

Ωραιοζήλη: Ναι, εγώ η ίδια!

Κα Μάρω: Τώρα κι αν πρέπει σίγουρα να τον τσεκάρω κι εγώ!

(Η Κα Μάρω βγαίνει από τη σκηνή.)

Ωραιοζήλη: Τώρα αυτό υπονοούσε κάτι για εμένα;

Μπάμπης: Πάω στο καφενείο, αν δει η Γωγώ ότι λείπω, κάηκα!

(Φεύγει και ο Μπάμπης. Η Ωραιοζήλη κάθεται σε έναν καναπέ, βγάζει τη βεντάλια, και κάνει λίγο αέρα. Ύστερα βγάζει ένα επιφώνημα, βάζει τη βεντάλια μες την τσάντα, και βγάζει ένα καθρεφτάκι. Αφού ελέγξει την κώμη της, το βάζει μέσα, κοιτάει γύρω καχύποπτα, και αρχίζει να ψάχνει τα συρτάρια. Βρίσκει ένα χαρτί.)

Ωραιοζήλη: Ωχ, Παναγιά μου παρθένα, παντοδύναμη, μεγάλη! Ωχ, Θεέ μου! Ωχ, Χριστέ μου! Ωχ, Αγία Τριάδα! Ωχ, Άγιε Δημήτριε! Ωχ, Άγιε Ανδρέα! Ξέχασα κανέναν; Τέλος πάντων… (Διαβάζει το χαρτί) Εγώ, ο Εμμανουήλ Παπαχατζηχαραλάμπους, σήμερα, στις 25 Μαρτίου του 1987, δημιουργώ την τελειωτική μου θανατική διαθήκη, η οποία ακυρώνει όλες τις προηγούμενες. Αφήνω όλη μου την περιουσία…

(Η Ωραιοζήλη σηκώνει το βλέμμα της, και ύστερα ξαναβλέπει μέσα, αφού μετρήσει τη θερμοκρασία του κούτελού της.)

Ωραιοζήλη: Στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος!

(Κλείνουν τα φώτα. Ύστερα από λίγο ανοίγουν πάλι.)

Ωραιοζήλη: Αχ, το ήξερα πως αυτοί οι Κομμουνιστές θα μας τα φάνε όλα! Εγώ σας το ‘πα! Και δεν είπα το χειρότερο! Λέει παρακάτω: Και δεν υπάρχει περίπτωση ν’ αφήσω τίποτε στην ηλίθια τη Γωγώ, γυναίκα του ανίδεου αδερφού μου, να μη μιλήσω για την ξινή τη Μάρω, ούτε και για το κορόιδο τον γιο μου. Η κόρη μου εντάξει είναι, αλλά δεν της αφήνω τίποτα, είναι λίγο κακομαθημένη η Αφροξυλάνθη. Κι εκείνη η νύφη μου… Είναι ξιπασμένη, γκρινιάρα, υποκρίτια, στρίγκλα, στριμμένη, κακή, ανάποδη, ψυχρή, χαζοβιόλα, και με χάλια αίσθηση του στυλ! Ακούς εκεί; Να μου πει πως έχω κακή αίσθηση του στυλ; Αχ, τί να κάνω; Α, το βρήκα!

(Παίρνει ένα χαρτί που είχε μες την τσάντα της, ένα στυλό, κάθεται στον καναπέ, και λέει γράφοντας:)

Ωραιοζήλη: Εγώ, ο Εμμανουήλ Παπαχατζηχαραλάμπους, δεν έχω πολλά να πω. Εννοείται πως θα αφήσω όλη μου την περιουσία… Όχι, καλύτερα να πω ό,τι έχω και δεν έχω. Ναι. Ό,τι έχω και δεν έχω… Μισό λεπτό… Πολύ ωραία γράμματα… Πρέπει να το κάνω πιο πιστευτό…

(Κάθεται πιο ξαπλωτά, και λέει με σπαστή, γεραμσένη φωνή:)

Ωραιοζήλη: Είμαι ένας γέρος που έχω το ένα πόδι στον τάφο, κονσερβοκούτης. Ονομάζομαι Εμμανουήλ Παπαχατζηχαραλάμπους, και δεν έχω πολλά να πω. Αχχ! Πονάει η μέση μου! Εννοείται πως θα αφήσω ό,τι έχω και δεν έχω, στην όμορφη, αξιαγάπητη, όμορφη, έξυπνη, όμορφη, με ωραία αίσθηση του στυλ, και πάνω απ’ όλα έξυπνη νύφη μου, Ωραιοζήλη Τριανταφυλλίδου. Πολύ πιστευτό, μόνο έτσι μιλούσε για εμένα ο μακαρίτης. (Σχίζει την προηγούμενη διαθήκη.) Τέλειο!

(Βάζει τη διαθήκη πάλι πίσω στο συρτάρι, και ξανακάθεται στον καναπέ.)

Ωραιοζήλη: Ωχ! Υπογραφή!

(Ψάχνει τα σκισμένα χαρτιά, βρίσκει ένα κομμάτι, και κάνει κάτι στο άλλο χαρτί.)

Ωραιοζήλη: Μας κάνει, πιστεύω.

(Μπαίνει η Μάρω.)

Κα Μάρω: Αχ, αυτό που είδα δεν το εύχομαι ούτε στον χειρότερό μου εχθρό… Βέβαια εσύ το είδες ήδη, οπότε…

Ωραιοζήλη: Ναι, ναι… (Κάθεται γρήγορα στον καναπέ, και κρύβει τα χαρτιά.)

Κα Μάρω: Τί κάνεις εκεί;

Ωραιοζήλη: Εγώ;… Ξεσκονίζω! Πω, πω, το σπίτι είναι σε άθλια κατάσταση!

Κα Μάρω: Μωρή, άι στον Δια…

(Μπαίνει η Γωγώ με τον Μπάμπη.)

Γωγώ: Μάρω! Πήγα στην καφετζού, και μου διάβασε τον καφέ!

Κα Μάρω: Και; Τί είπε;

Γωγώ: Πως πέθανε κάποιος! Ήρθα όσο πιο γρήγορα μπορούσα!

(Ο Μπάμπης τρέχει και κρύβει το ουίσκι. Μετά κάθεται, και παίρνει το περιοδικό. Κάθονται όλοι.)

Κα Μάρω: Έλα, κάτσε, Γωγώ μου, πέθανε ο θείος…

Γωγώ: Πέθανε ο Μανώλης;

Μπάμπης: Τί έγινε, λέει; Όχι, αλήθεια, δεν άκουσα.

Γωγώ: Πέθανε, Μπάμπη μου, ο αδερφός σου!

Μπάμπης: Έχω εγώ αδερφό;

Γωγώ: Όχι πια! (Κλαίει)

Μπάμπης: Ντεζαβού…

Γωγώ: Δε θέλω να το δω… Είπατε στην αστυνομία να έρθει;

Κα Μάρω: Ναι, την κάλεσα εγώ…

Μπάμπης: Μισό! Νομίζω ότι δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό!

Κα Μάρω: Να καλέσω την αστυνομία; Γιατί;

Μπάμπης: (Βγάζει ένα χαρτάκι. Μουρμουρίζει:) Δεν πρέπει να τρώω έπιπλα, να μιλάω για πολιτικά, να ξεχνάω να βάλω ρούχα, να κάνω την ανάγκη μου στην κρεβατοκάμαρα αντί για την τουαλέτα, να καλέσει η Μάρω την αστυνομία… (Φωνάζει) Τί έκανες, μωρή; Πήγες και κάλεσες την αστυνομία;

Γωγώ: Ασ’ τον, δεν ξέρει τί λέει…

Στράτος: (Φτιάχνοντας το παντελόνι του.) Έχασα τίποτε όσο ήμουν στην… (Τρίβει τα μάτια του.) Γιατί είστε όλοι σαν τη Μεγάλη παρασκευή;

Ωραιοζήλη: Αχ, αγάπη μου, πέθανε… Ο Πατέρας, πέθανε!

(Κλείνουν τα φώτα. Ύστερα ανοίγουν. Όλοι κάθονται, και ο Στράτος παρηγορεί την Ωραιοζήλη.)

Ωραιοζήλη: Ωχ, παναγιά μου, πού θα σταθώ τώρα, ε;

Στράτος: Κόβε, θα σε καταλάβουν.

(Σιωπή για περίπου ένα λεπτό. Αν γελάσει κανείς από το κοινό, θα πεταχτεί η Ωραιοζήλη, και θα πει:)

Γωγώ: Αυγά του/της καθαρίζουνε; Τί γελάς κυρά/κύριέ μου; Για γέλια είμαστε; Άσε μας να πενθήσουμε και να περιμένουμε την αστυνομία με την ησυχία μας!

(Αν όχι, θα μιλήσει ο Μπάμπης:)

Μπάμπης: Μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε… Μέχρι να έρθει η αστυνομία, που είναι και γρήγορη στη χώρα μας, να σας πω ένα ανέκδοτο να γελάσουμε λίγο;

Στράτος: Για ανέκδοτα είμαστε τώρα, μωρέ θείε;

Κα Μάρω: Όχι, βρε, άσ’ τον να μας πει, μπας και σκάσει το χειλάκι μας…

Μπάμπης: Λοιπόν, είναι ένα άλογο που μπαίνει σε ένα μπαρ… Πάει, λοιπόν στο μπαρ, και… Όχι, περπατάει μέχρι το μπαρ. Ναι. Και εκεί που περπατάει, μπαίνει στο μπαρ, γιατί σε αυτό το μπαρ επιτρέπονται τα άλογα, και μετά… Α, ναι, δε μας πειράζει αν είναι αρσενικό ή θηλυκό το άλογο…

Γωγώ: Ή ουδέτερο.

Μπάμπης: Ναι, ή ουδέτερο, και μετά περπατάει λοιπόν, μπαίνει στο μπαρ, πάει στον πάγκο… Όχι, δεν πάει, περπατάει μέχρι τον πάγκο, και βάζει την οπλή του απάνου στον πάγκο, και λέει του μπάρμαν… Διότι αυτός ο μπάρμαν μιλάει με ζώα.

Στράτος: Ή απλώς το άλογο μιλάει με τον μπάρμαν.

Μπάμπης: Ναι, αυτό, και λέει… Μισό λεπτό… Όχι, πριν πει, βάζει τη ματωμένη του οπλή, ήταν ματωμένη η οπλή. Άρα, έχουμε ένα άλογο με ματωμένη οπλή, που πάει στο μπαρ…

Ωραιοζήλη: Δεν πάει, περπατάει.

Κα Μάρω: Τί λες, μωρή; Αφού το άλογο έχει ματωμένη οπλή! Κουτσαίνει!

Στράτος: Γιατί, Μάρω; Μπορεί να περπατάει με ματωμένη οπλή!

Γωγώ: Μπορεί και να σέρνεται…

Μπάμπης: Όχι, κουτσαίνει, και πάει στο μπαρ κουτσαίνοντας, και μπαίνει μέσα, διότι επιτρέπονται τα άλογα…

Κα Μάρω: Ναι, το είπες αυτό, παρακάτω.

Μπάμπης: Το έχεις ξανακούσει;

Κα Μάρω: Ναι, πριν λίγο.

Μπάμπης: Ε, ωραία, αφού το έχεις ξανακούσει, μην πεις το τέλος! Λοιπόν, κι εκεί που κουτσαίνει μπαίνοντας στο μπαρ…

Στράτος: Όχι, μπαίνει κουτσαίνοντας.

Μπάμπης: Ναι, αυτό, κουτσαίνει μέχρι τον πάγκο, βάζει την οπλή του…

Ωραιοζήλη: Τη ματωμένη του οπλή.

Μπάμπης: Ναι, τη ματωμένη του οπλή. Και λέει…

(Σιωπή. Ο Μπάμπης κοιτάει αλλού.)

Κα Μάρω: Ναι; Τί λέει;

Μπάμπης: Ποιος τί λέει;

Γωγώ: Το άλογο στον μπάρμαν, ντε!

Μπάμπης: Α, ανέκδοτο, λατρεύω τα ανέκδοτα, πες το, να πω κι εγώ ένα μετά.

Στράτος: Όχι, μπορείς να το πεις τώρα, θείε.

Μπάμπης: Α, ωραία, είναι ένα άλογο, που μπαίνει σε ένα μπαρ…

Όλοι μαζί: Όχι!

Αστυνόμος α’: Εδώ Ελληνική Αστυνομία. Πρώτη στο να είναι τελευταία, και τελευταία στο να είναι πρώτη. Τί κάνουμε όμως κι εμείς; Για ένα ξεροκόμματο ψωμί τα κάνουμε όλα… Τέλος πάντων, πού είναι ο νεκρός;

Κα Μάρω: Ελάτε μαζί μου… (Παίρνει μια υπερβολικά βαθιά ανάσα.)

Αστυνόμος β’: Καλησπέρα σας, υπάρχει κάτι το οποίο θα θέλατε να μας πείτε; Κάτι που είδατε, ίσως;…

(Ακούγονται μουρμουρητά.)

Αστυνόμος α’: Οι συγγενείς μπορούν να αποχωρήσουν. Η Κηδεία θα λάβει μέρος μεθαύριο στο νεκροταφείο εδώ, από πάνω.

Γωγώ: Συνεννοηθήκαμε με τον πατέρα Λαυρέντιο;

Στράτος: Όχι, θεία, η κηδεία θα είναι πολιτική.

Ωραιοζήλη: Πολιτική; Από πού κι ως πού; Ο μακαρίτης άξιζε να τιμηθεί και να πάει μαζί με τον κύριο…

Μπάμπης: Εκεί που ήταν να πάει ο μακαρίτης πήγε ήδη.

Ωραιοζήλη: Τί σημαίνει αυτό;

Κα Μάρω: Ήτανε άθεος ο πεθερός σου, πού είναι το δύσκολο κομμάτι;

Ωραιοζήλη: Άθεος; Δηλαδή πίστευε στον όξω από ‘δω;

Μπάμπης: (Γελάει) Καλή επιτυχία!

Κα Μάρω: Όχι, απλώς δεν πίστευε στον Θεό.

Ωραιοζήλη: Και δηλαδή δε θα τον θάψουμε;

Στράτος: Θα τον θάψουμε, αλλά σε τάφο χωρίς σταυρό, και πιο πριν θα κάνουμε την τελετή σε εξωτερικό χώρο, χωρίς την παρουσία παπά.

Ωραιοζήλη: Καλώς, μπορούμε να αρνηθούμε;…

(Όλοι φεύγουν. Παίζει μουσική. Η Κα Μάρω συγυρίζει το σπίτι. Ύστερα η κουρτίνα κλείνει, κι όταν ανοίγει, μπαίνουν μαυροφορεμένοι οι χαρακτήρες, και κάθονται.)

Γωγώ: Άντε, να πιούμε και τον καφέ της παρηγοριάς… Και να τον πιούμε Ελληνικό, ε; Ξέρω μετά μια καφετζού!…

Στράτος: Κι εγώ ξέρω μία που ρίχνει τα χαρτιά!

Γωγώ: Πώς τα ρίχνει; Κανονικά η ανάποδα;

Στράτος: Κανονικά!

Γωγώ: Α, εγώ ξέρω μία που τα ρίχνει ανάποδα, ούτε που τα βλέπει, τόσο καλή είναι!

Μπάμπης: Ναι, μας κοροϊδεύει και στα τυφλά αυτή, δεν έχει θέμα.

Ωραιοζήλη: Λοιπόν, φτάνει. Οι καφετζούδες και οι χαρτορίχτρες είναι για άτομα κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων.

(Ο καθένας πίνει τον καφέ με το δικό του στυλ. Η Ωραιοζήλη με σταυρωμένα τα πόδια της κομψά, η Κα Μάρω κάθεται σε μια καρέκλα και τον πίνει στο πόδι, η Γωγώ φαίνεται μαζεμένη, ο Στράτος αμήχανος, και ο Μπάμπης μια κάθεται σταυροπόδι, και μια σκύβει προς το τραπέζι. Μετά από λίγη σιωπή, ο Μπάμπης λέει:)

Μπάμπης: Λοιπόν…

Όλοι μαζί: Όχι!

Στράτος: Ας μιλήσουμε για τις εμπειρίες μας με τον μακαρίτη, τί λέτε κι εσείς;

Κα Μάρω: Αχ, ας ξεκινήσω εγώ! Με τον μακαρίτη έχουμε περάσει πολλές ωραίες στιγμές. Αρχικά, ας μην ξεχνάμε πως κάθε ημέρα, όλο αγάπη, του μαγείρευα, τον καθάριζα και τα λοιπά.

Γωγώ: Λοιπόν, ο μακαρίτης ήτανε απόμακρος λίγο, και δε μιλούσαμε πολύ. Αν όμως μιλούσαμε ποτέ, συμφωνούσα μαζί του, διότι ήταν και καρδιακός άνθρωπος.

Ωραιοζήλη: Πάντοτες μιλούσε για εμένα με τα καλύτερα λόγια, δείγμα της μεγάλης του αγάπης για εμένα.

Μπάμπης: Εγώ τί να πω; Στη μάπα τον έτρωγα πόσα χρόνια.

Στράτος: Ναι, μας αγαπούσε και τον αγαπούσαμε, αυτό είναι αλήθεια…

Αστυνόμος α’: Καλησπέρα σας. Είναι άπαντες παρόντες;

Στράτος: Έτσι πιστεύω, κύριε Αστυφύλαξ. Γιατί ρωτάτε;

Αστυνόμος α’: Διότι προ ολίγων ημερών, εν τις 28ης Μαρτίου, ώρα τέσσερις και είκοσι δύο μετά μεσημβρίας, ο αξιότιμος κύριος ιατροδικαστής εξέτασε λεπτομερώς και εξονυχιστικώς το σώμα του νεκρού Εμμανουήλ Παπαχατζηχαραλάμπους, και μίλησεν εκ των υστέρων, λέγοντας: “Προ ολίγων λεπτών, πιθανότατα εκ της δεύτερης ώρας μετά μεσημβρίας σήμερον, εισήλθε στον οργανισμό του κύριου Παπαχατζηχαραλάμπους δηλητηριώδης ουσία, πιθανότατα καίγοντας και καταστρέφοντας μέρος του στομαχιού και του ήπατος, έχοντας σαν αποτέλεσμα τον θάνατό του.

Αστυνόμος β’: Εν κατακλείδι, κάποιος μας τον φαρμάκωσε τον μακαρίτη.

(Παίζει έντονη μουσική, και κλείνουν τα φώτα. Ύστερα από λίγο ανοίγουν.)

Αστυνόμος β’: Αυτό με τα φώτα, είναι κάποιο ειδικό στυλ, γιατί το κάνουμε κάθε φορά που λέμε ότι πέθανε ο θείος;

(Παίζει έντονη μουσική, τα φώτα κλείνουν, μετά ξανανοίγουν.)

Γωγώ: Αχ, Παναγία μου, προς τί τα βάσανά μας; Κάνε, σε παρακαλώ, να μην ξανακλάψουμε άνθρωπο δικό μας καρδιακό…

Ωραιοζήλη: Ναι, είχε την καρδιά του ο μακαρίτης…

Γωγώ: Ναι, και κάνε, αχ, σε παρακαλώ, να βρεθεί ο φονιάς… Α, και, πού ‘σαι, ε; Πες του Άγιου Φανούριου να με βοηθήσει να βρω κι εκείνο το δαχτυλίδι, μου έπεσε κάπου, ξέρει αυτός. Το έκαμα και Φανουρόπιτα.

Μπάμπης: Φανουρόπιτα; Εμένανε γιατί δε μου ‘δωσες;

Γωγώ: Έχεις το ζάχαρό σου.

Αστυνόμος α’: Όπως πιθανότατα κατανοείτε, κάποιος από εσάς ήταν ο δολοφόνος του αξιότιμου κυρ Μανώλη, και θα πρέπει να βρεθεί άμεσα, και να τιμωρηθεί αναλόγως.

Ωραιοζήλη: Ωραία, άρα θα ήθελα όποιος είναι ο ένοχος να ομολογήσει τώρα, παρακαλώ.

(Σιωπή.)

Ωραιοζήλη: Λοιπόν, προσπάθησα, τουλάχιστον!

Αστυνόμος α’: Κατανοώ την βαθιά σας λύπη για τα βαριά γεγονότα που προηγήθηκαν, όμως θα πρέπει να συνεργαστείτε μαζί μας, προκειμένου να βρούμε ποιος είναι ο ένοχος. Αν είστε συνεργάσιμοι, θα τελειώσουμε πολύ γρήγορα.

Μπάμπης: Βέβαια, διότι είναι χαρακτηριστικό της Ελληνικής Αστυνομίας η γρηγοράδα της.

Αστυνόμος β’: Μα, κύριε, δε σας κατανοώ, εμείς είμαστε ταχύτατοι! Εάν κάποιος δολοφονήσει όλα του τα παιδιά, τελείως τυχαίο παράδειγμα, μέσα σε έναν χρόνο, θα έχουμε κανονίσει τη δίκη του. Μέσα στα επόμενα δύο-τρία χρόνια θα γίνει και η δίκη, θα καταδικαστεί σε άλλον έναν χρόνο, και σε τρία χρονάκια θα είναι έξω. Γρήγορα πράγματα.

Μπάμπης: Δεν ξέρω από πού να το πιάσω…

Αστυνόμος α’: Προκειμένου να σιγουρευτούμε για την αθωότητα, ή την ενοχή όλων σας, θα πρέπει να έχουμε κάποιους μάρτυρες. Μακάρι να είχαμε κάποιον που να τα είδε όλα… (Στο κοινό:) Α, εσείς, θα μας βοηθήσετε να βρούμε τον δολοφόνο, και να σιγουρευτούμε πως αυτό το κάθαρμα θα σαπίσει στη φυλακή!

Γωγώ: Ε, όχι και κάθαρμα, βρε κυρ Αστυφύλαξ…

Μπάμπης: Ελάτε, φάτε ένα γλυκάκι να πάρετε ενέργεια!

Αστυνόμος α’: Δε θέλω, είμαι σε δίαιτα.

Ωραιοζήλη: Δίαιτα; Μα εσείς είστε πετσί και κόκαλο!

Αστυνόμος α’: Είδατε τί ωραία αποτελέσματα που έχει η δίαιτα;

Κα Μάρω: Αχ, κι εγώ λέω να ξεκινήσω δίαιτα…

Μπάμπης: Όχι!

Ωραιοζήλη: Από Δευτέρα!

Μπάμπης: Καλά σου λέει, φάε πρώτα ένα γλυκάκι, και στο υπόσχομαι, θα είναι το τελευταίο σου!

Ωραιοζήλη: Θέλει να πει πως δε θα σου ξαναδώσουμε!

Στράτος: Εντάξει, αν σας έπιασε πόνος για τα γλυκά, να φάω εγώ ένα!

Ωραιοζήλη: Πω, πω… Πώς είσαι έτσι; Δίαιτα, αμέσως! Μην αγγίξεις τα γλυκά!

Αστυνόμος β’: Προκειμένου, λοιπόν, να καταλάβουμε ποιος είναι ένοχος, θα το ξανακάνουμε όλο από την αρχή!

Κα Μάρω: Τί πράμα;

Αστυνόμος α’: Μάλιστα! Όλο από την αρχή! Από τη μέρα που τους φωνάξατε να έρθουνε, μέχρι σήμερα, όλα τα γεγονότα, και το κοινό θα σιγουρευτεί πως τα κάνετε ακριβώς όπως έγιναν… Μπορούμε να σας εμπιστευτούμε;

(Το κοινό απαντάει)

Μπάμπης: Εγώ άκουσα “όχι”, ή μου φάνηκε;

Αστυνόμος β’: Ας ξεκινήσουμε!

(Παίζει μουσική, και όλοι τρέχουν γύρω-γύρω, μέχρι που οι αστυνόμοι κάθονται στους καναπέδες, και η κα Μάρω πλένει στη σκάφη.)

Κα Μάρω: Αχ, ας πλύνω τα όμορφα εσώρουχα του καλού μου θείου Μανώλη… (Κάπου εδώ θα πρέπει να αρχίσουν να φωνάζουν από το κοινό. Αν όμως δε γίνει, η κυρά Μάρω θα συνεχίσει να μιλάει:) Να του φτιάξω τα ντολμαδάκια του, να του τα πάω στο δωματιάκι του…

(Αν δε μιλήσει κανείς από το κοινό, θα ρωτήσει:)

Αστυνόμος α’: Έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα;

(Αν δεν απαντήσει κανείς από το κοινό -πράγμα δύσκολο-, θα μπει μέσα η Γωγώ:)

Γωγώ: Καλό λόγο για τον Μανώλη δεν είχα ακούσει από το στόμα της! Σιγά μην τα ‘λεγε όλα αυτά!

(Αν κάποιος φωνάξει απ’ το κοινό, σε οποιαδήποτε στιγμή, η κα Μάρω θα πει:)

Κα Μάρω: Α, ώστε μας λες ότι δε σ’ αρέσει;

Αστυνόμος β’: Υπάρχει κάτι με το οποίο διαφωνείτε; Για ποιον λόγο δεν έρχεστε εδώ πάνω να μας δείξετε πώς ακριβώς έγινε;

Κα Μάρω: Ναι, γι’ ανέβα πάνω μάγκα/μοιραία γυναίκα, να σε δω ρε/μωρή!

Αστυνόμος α’: Παρακαλώ, μη βωμολοχείτε! Ελάτε, ανεβείτε επάνω, και καν’ τε μας το σημείο στο οποίο μίλησε υποτιμητικά για τον μακαρίτη.

Κα Μάρω: Αυτός/αυτή θα πει πως του φώναζα και να σκάσει!

Αστυνόμος β’: Είπε τέτοιο πράγμα;

(Κάποιος θα πει ναι.)

Αστυνόμος α’: Δείξτε μας ακριβώς αυτό, όπως το έκανε, παρακαλώ, είναι πολύ σημαντικό.

(Ο θεατής -που πλέον δεν είναι θεατής-, θα φωνάζει:)

Θεατής: Σκάσε, γέρο! Έφτασα λέω!

Κα Μάρω: Α, όχι, δε μας τα λες καλά, να το κάνεις καλά! Μισό λεπτό!

(Πάει στα παρασκήνια, φέρνει μια εσάρπα, και του/της την φοράει.)

Αστυνόμος β’: Α, ναι, πολύ καλύτερα τώρα… Ξανακάντε το παρακαλώ, δυνατά, να σας ακούσουν στο λιμάνι.

Θεατής: Σκάσε, γέρο, έφτασα λέω!

Αστυνόμος α’: Πιο δυνατά!

Θεατής: ΣΚΑΣΕ!!!

Αστυνόμος α’: Αληθεύει πως είπατε στον ηλικιωμένο να σκάσει;

Κα Μάρω: Δεν το ‘δατε όλο, δε σας τα λέει καλά!

(Τον/την τραβάει στη σκάφη.)

Κα Μάρω: Πλύνε τα ρούχα, και παρ’ το όλο απ’ την αρχή, που ήθελε ντολμαδάκια, και που τον είπα κατσικομούρη.

Αστυνόμος β’: Τον είπατε κατσιμομούρη;

Κα Μάρω: Τρόπος του λέγειν… Εδώ, πλένε, δεκαπέντε χρόνια που πλένω ‘γω! Λέγε! Ήθελε και ντολμαδάκια η κατσικομουράκλα του Κυριακάτικα! Να τα ‘φτιαχνε αυτός, να σου ‘λεγα ‘γω!

(Ο θεατής επαναλαμβάνει.)

Αστυνόμος α’: Παρακαλώ, μη λέτε του μάρτυρα τι να κάνει, ξέρεις ο ίδιος/η ίδια!

Κα Μάρω: Ναι, συγγνώμη. Και μετά, πήγα τα ντολμαδάκια στο δωμάτιο, ικανούς σας έχω να μου πείτε πως του έριξα και τίποτα μέσα. Πες του, έκανα εγώ κάτι;

(Ο θεατής θα πει πως πήγε να ρίξει κάτι.)

Αστυνόμος α’: Αληθεύει;

Κα Μάρω: Για καλό σ’ έφερα εγώ εδώ; Φύγε, ρε/μωρή! Α, πριν φύγεις, κάνε και κάτι άλλο που έκανα μέσα, και δεν το είδες, δυο κωλοτούμπες στον αέρα, και…

Αστυνόμος β’: Ναι, ναι, μπορείτε να καθίσετε, ένα χειροκρότημα, παρακαλώ!

(Χειροκροτάνε.)

Κα Μάρω: Τώρα τί κατάλαβες;

Αστυνόμος α’: Μη μιλάτε στους μάρτητες, παρακαλώ!

Κα Μάρω: Ναι, ναι…

Ωραιοζήλη: Αχ, είναι η σειρά μου! Μετά μπήκα εγώ, και μιλούσα για τούτες τις βουνοκορφές της Ηπείρου που, αχ, κακά τα ψέματα κύριε Αστυφύλαξ, είναι ανυπόφορες! Πονάνε οι αστράγαλοί μου, και λερώνονται τα βελούδινά μου παπούτσια! Τέλος πάντων, και είδα την κα Μάρω στο πάτωμα.

Αστυνόμος α’ & β’: Στο πάτωμα;!;!

Κα Μάρω: Ναι! Σφουγγάριζα!

Αστυνόμος α’: Δε μας το ‘πατε αυτό όμως, κα Μάρω! Θέλουμε όλες τις λεπτομέρειες!

Ωραιοζήλη: Όχι, δε σφουγγάριζε, ξεσκόνιζε!

Αστυνόμος β’: Ξεσκονίζατε; Και γιατί δε μας το είπατε;

Κα Μάρω: Ε, ξέρετε πώς είναι αυτά!
Αστυνόμος α’: Πώς είναι, δηλαδή;

Κα Μάρω: Ε, ξεσκονίζω, σφουγγαρίζω, πού να θυμάμαι…

Αστυνόμος β’: Έτσι είναι; Υπάρχει κανείς από το κοινό που θέλει να μας πει;

(Αν δεν πει κανείς από το κοινό:)

Αστυνόμος β’: Δε θα σας σηκώσουμε επάνω, πείτε μας, η βοήθειά σας είναι πολύτιμη!

(Όλο και κάποιος θα πει.)

Αστυνόμος β’: Αληθεύει, κα Μάρω; Ψάχνατε το μπουκαλάκι;

Κα Μάρω: Ποιο μπουκαλάκι, καλέ; Με είδες με μπουκαλάκι εσύ;

Ωραιοζήλη: Όχι, αλλά μπορεί να είναι ακόμη εκεί.

Αστυνόμος α’: (Ψάχνει) Νάδα. Καλώς, θα δούμε, και θα ξεδιαλύνει το μυστήριον!

Ωραιοζήλη: Ναι, λοιπόν, μετά πήγε μέσα η Μάρω, (φεύγει η Μάρω) και εγώ φώναξα τον Ευστράτιο να καθίσουμε. (Ο Στράτος μπαίνει αμήχανα, κάπως χαιρετάει.)

Ωραιοζήλη: Μετά περπάτησα κομψά, όπως πάντα, και έκατσα στον καναπέ. (Κάθονται και οι δύο.)

Κα Μάρω: Μετά πήγα πάλι πίσω, τους είπα να πάνε να δούνε τον μακαρίτη…

Ωραιοζήλη: Όχι, εγώ είπα να πάμε να τον δούμε, να τα λέμε και αυτά!

Κα Μάρω: Ναι, ναι, και μετά πήγανε, κι εγώ έκατσα και συλλογιζόμουν τί καλή που είναι η Ωραιοζήλη και ο Στράτος:

Ωραιοζήλη: (Βγαίνει απ’ τα παρασκήνια) Αχ, αλήθεια;

(Όλο και κάποιος θα πεταχτεί.)

Κα Μάρω: Εντάξει, όχι, την αποκάλεσα όμορφη…

Αστυνόμος β’: Μα αυτό είναι καλό…

Κα Μάρω: … Καμηλοπάρδαλη…

Αστυνόμος β’: Άκυρο.

Κα Μάρω: Δεν είναι όμως αυτό παράνομο κυρ Αστυφύλαξ, είναι; Δεν είναι!

Αστυνόμος α’: Η αλήθεια είναι πως δεν είναι, όχι…

Αστυνόμος β’: Μετά τί έγινε;

Μπάμπης: Αχ, έλεος, ρε παιδιά, μέχρι και εγώ που έχω Αλτσχάιμερ το θυμάμαι! Εγώ είμαι τώρα!

Γωγώ: Κι εγώ!

Μπάμπης: Ναι, ναι, κι εσύ!…

Κα Μάρω: Ναι, και τότε ήταν που τον βοήθησα να κάτσει, και μετά ήρθε η καμήλα, εννοώ η Ωραιοζήλη.

Ωραιοζήλη: Φίλησα τον θείο σταυρωτά, και έκατσα με τον Ευστράτιο στον καναπέ.

Μπάμπης: Ευστράτιος; (Γελάει) Λες κι είσαι παπάς! Θα μας ευλογήσεις κιόλας; Άσε, ρε Στράτο τις βλακείες, και φέρε ένα ουζάκι!

Κα Μάρω: Ναι, ακριβώς έτσι έγινε!

Μπάμπης: Τί έγινε;

Γωγώ: Μετά του είπα ότι έχει την πίεσή του…

Κα Μάρω: Και μετά έφαγα ποπ-κορν.

Αστυνόμος α’: Τί φάγατε;

Κα Μάρω: Κοίτα. (Φωνάζει) Κουτσούμπας!

(Η Κα Μάρω παίρνει το ποπ-κορν, και βάζει τον αστυνόμο να κάτσει δίπλα της. Του δίνει και αυτουνού.)

Ωραιοζήλη: Αχ, νάτοι πάλι οι Κομμουνιστές, αχ δεν μπορώ!

Μπάμπης: Τί πρόβλημα έχεις εσύ με τους κομμουνιστές, δηλαδή;

Γωγώ: Αφού ψηφίζει Νέα Δημοκρατία!

Μπάμπης: Τί να πεις; Δεξιοί!

Ωραιοζήλη: Εσείς, που τους αποθεώνετε, ξέρετε πως αυτοί οι Κομμουνιστές μας τα ‘φάγανε όλα τα λεφτά;

Κα Μάρω: Ωχ;!

Γωγώ: Πού το ξέρεις εσύ;

Ωραιοζήλη: Εγώ… Το… φαντάστηκα! Αν και δε θα μου έκανε και μεγάλη εντύπωση να τα δώσει όλα σ’ εμένα!

Στράτος: Τί σε ‘σένα, αγάπη μου; Εγώ ήμουνα γιος του!

Ωραιοζήλη: Ναι, αλλά εμένα με αγαπούσε σαν κόρη του!

Στράτος: Γιατί; Εμένα σαν τί με αγαπούσε;

Ωραιοζήλη: Σε αγαπούσε κι εσένα σαν κόρη του;

Στράτος: Τώρα που ‘πες κόρη του, μετά λέγαμε για την Αφροξυλάνθη!

Αστυνόμος α’: Ποια;!;!

Κα Μάρω: Γιατί κάνεις έτσι; (Την τραβάει κάτω.) Φάε!

Αστυνόμος α’: Τί λέγατε γι’ αυτή;

Γωγώ: Πως κι αυτή κόρη του μακαρίτη ήτανε, κάτι θα της άφησε!

Αστυνόμος α’: Αυτό να μου πεις.

Στράτος: Θα τρίζουν τα κόκαλά του του μακαρίτη!

Κα Μάρω: Γιατί;

Στράτος: Δεν ξέρω, έτσι μου ‘ρθε και το ‘πα…

Κα Μάρω: Να σας πω εγώ τί έγινε μετά;

Αστυνόμος β’: Παρακαλώ…

(Η Κα Μάρω βγάζει ένα κουδούνι. Και το πατάει.)

Ωραιοζήλη: Ο Πατέρας!

Γωγώ: Ο Μανώλης!

Μπάμπης: Τί να θέλει;

(Πετάγονται όλοι, τρέχουν γύρω-γύρω, με έντονη μουσική.)

Αστυνόμος α’: Τί κάνετε;

(Συνεχίζουν.)

Αστυνόμος α’: Έεεε! Σκασμός!

(Σταματάνε όλοι, και κάθονται.)

Αστυνόμος α’: Μπράβο.

(Ξεκινάει να παίζει πάλι μουσική.)

Αστυνόμος α’: Σταμάτα!

Ηλίας (Κιθαρίστας): Συγγνώμη.

Αστυνόμος α’: Τί ήθελε τελικά ο μακαρίτης; Ένας-ένας!

(Η Αστυνόμος χαλαρώνει, και όλοι πάνε ν’ αρχίσουν πάλι.)

Αστυνόμος α’: Εεεε! Περιμένετε! (Λίγη σιωπή.) Τώρα με σειρά, ένας-ένας επαναλαμβάνω, να μου πείτε τί ήθελε ο μακαρίτης.

(Λίγη σιωπή ακόμη. Μετά αρχίζουν όλοι να μιλάνε ο ένας επάνω στον άλλο, παίζει έντονη μουσική.)

Αστυνόμος β’: (Χτυπώντας απότομα κι επίμονα το τραπέζι.) Σιωπήηηη! (Άλλη λίγη σιωπή.) Πείτε μας εσείς, κυρ Στράτο.

Ωραιοζήλη: Κύριος Ευστράτιος!

Στράτος: Ναι;

Ωραιοζήλη: Όχι, δεν το έλεγα σε εσένα.

Στράτος: Σε ποιον;

Ωραιοζήλη: Στην αστυνομικό.

Στράτος: Τη λένε Στράτο;

Αστυνόμος α’: Ούτε και Ευστράτιο.

Αστυνόμος β’: Το ίδιο είναι.

Ωραιοζήλη: Όχι, απλώς σας διόρθωσα, κύριε Αστυφύλαξ!

Αστυνόμος α’: Το ίδιο είναι.

Στράτος: Ααααα! Άμα, πια! Μα ο ένας, μα ο άλλος! Να μιλήσω! (Σιωπή.) Ωραία. Λοιπόν, μίλαγε ο πατέρας λίγο με το ένα πόδι στον τάφο…

Αστυνόμος β’: Πώς δηλαδή;

Στράτος: (Ξαπλώνει λίγο.) Αχχχ… Παιφιά μου…

Αστυνόμος α’: Μήπως “Παιδιά μου”;

Στράτος: (Κάθεται πιο όρθιος.) Ναι, αλλά μίλαγε με το ένα πόδι στον τάφο. Λοιπόν. (Ξαναξαπλώνει.) Αχχ… Να δυμάζτε τούντα τα τσαρδιά κι τα χουράβια, που τα κω εις τη Γκέρκυρα κι εις τη Λάρσα… Κι ‘κειν’ τα λίγ’ εκ του λαγείου, ωρέ!

Γωγώ: Τί είπε;

Μπάμπης: Λέει να θυμόμαστε εκείνα τα σπίτια και τα χωράφια που είχε στην Κέρκυρα και τη Λάρισα. Α, κι εκείνα τα λίγα που κέρδισε στο λαχείο, λέει.

Στράτος: Ακριβώς ετούτον, ωρέ! Ω, συγγνώμη, “ναι” εννοούσα.

Αστυνόμος α’: Και πόσα είναι αυτά τα λίγα;

Στράτος: Ε, δε θυμόμαστε και ακριβώς…

Αστυνόμος β’: Περίπου…

Στράτος: Πέντε εκατομμύρια τριακόσιες σαράντα τρεις χιλιάδες και πενήντα πέντε δραχμές και τριάντα έξι λεπτά. Περίπου.

Αστυνόμος α’: Αχά! Άρα κάποιος θα είχε μεγάλο κίνητρο να τον φονεύσει!

Ωραιοζήλη: Εκτός και αν είναι αριστοκράτης, όπως εγώ και ο Ευστράτιος! Τότε δεν τα χρειάζεται τα χρήματα!

Αστυνόμος β’: Μέχρι στιγμής, όλα φαίνονται καλά. Πάμε παρακάτω.

Γωγώ: Ύστερα πήγα εγώ στη Σούλα απέναντι, και ο Μπάμπης στον Θωμά, εδώ, στο καφενείο.

Αστυνόμος α’: Για πόσην ώρα; Ακρίβεια, παρακαλώ πολύ!

Μπάμπης: Τριάντα επτά λεπτά.

Γωγώ: Πώς το θυμάσαι εσύ αυτό;

Μπάμπης: Ποιο;

Κα Μάρω: Κι εγώ έφυγα, πήγα να πάρω κάτι κρέατα.

Αστυνόμος β’: Μα, αφού είχατε μαγειρέψει… (Κοιτάει το μπλοκάκι του.) …ντολμαδάκια!

Κα Μάρω: Ναι, μάλιστα…

Αστυνόμος α’: Λοιπόν;

Κα Μάρω: Λοιπόν, τί;

Αστυνόμος β’: Γιατί πήρατε κρέατα, λοιπόν;!;!

Κα Μάρω: Ε, δε φτάνανε οι ντολμάδες, ο μακαρίτης έτρωγε για πέντε!

Γωγώ: Ε, ήτανε και στην ανάπτυξη!

Αστυνόμος β’: Περάστε έξω, λοιπόν.

(Φεύγουν η Μάρω, ο Μπάμπης και η Γωγώ.)

Στράτος: Να σας πω, ρε παιδιά, εγώ θα παίξω καθόλου; Όλο στην τουαλέτα με στέλνετε!

Αστυνόμος β’: Α, κάνετε λάθος, κύριε Παπαχατζηχαραλάμπους! Εσείς παίζετε κομβικό ρόλο!

Στράτος: Δηλαδή;

Αστυνόμος β’: (Βγάζει ένα λεξικό.) Κομβικός, σημαίνει ιδιαίτερα σημαντικός ως προς…

Στράτος: Ξέρω τί είναι ο κομβικός, εγώ γιατί είμαι κομβικός δε μου είπατε!

Αστυνόμος α’: Δεν είστε εσείς κομβικός, ο ρόλος σας είναι!

Στράτος: Ναι, αυτό!

Ωραιοζήλη: Είναι απλό, αγάπη μου, μπορείς από το μπάνιο να τα παρακολουθείς όλα… (Λίγη σιωπή.) Να τα παρακολουθείς όλα;!;! Τα είδες όλα;

Στράτος: Όχι.

Ωραιοζήλη: Αχ, πάλι καλά, πήγε η καρδιά μου στην κούλουρη!

Στράτος: Μάλιστα, τώρα πάω εγώ.

(Ο Στράτος φεύγει.)

Αστυνόμος α’: Εσείς τί κάνατε, όσο έλειπε ο κύριος Ευστράτιος;

Ωραιοζήλη: Κύριος Ευστράτιος!
Αστυνόμος α’: Αυτό είπα! Μην αποφεύγετε την ερώτηση, πείτε μου τί κάνατε!

(Ο Μπάμπης βγαίνει από τα παρασκήνια στη σκηνή, και αρχίζει να γελάει.)

Αστυνόμος α’: Γιατί γελάτε, κύριε Μπάμπη;

Μπάμπης: Τίποτα, απλώς περιμένω να δω τί θα πει…

Αστυνόμος β’: Πηγαίνετε στα παρασκήνια, σας παρακαλώ!

(Ο Μπάμπης φεύγει.)

Ωραιοζήλη: Ίσως μερικοί κακοήθεις, οι οποίοι άκουσαν την αναφορά στο εξοχικό μέρος Μπαχάμες, να ισχυρήθηκαν πως είχα σκοπό να ταξιδέψω δίχως τον σύντροφό μου.

Αστυνόμος α’: Αλλά;

Ωραιοζήλη: Αχ, του ετοίμαζα έκπληξη! Μιλούσα με ταξιδιωτικό γραφείο!

Αστυνόμος β’: Μα, καλά όλα αυτά, αλλά το κοινό θα πρέπει να άκουσε κάτι ύποπτο να για να μας λέει πως κάνατε κάτι ανήθικο!

Αστυνόμος α’: Ίσως να άκουσαν κάτι… Υπάρχει κάποιος που άκουσε κάτι;

(Όλο και κάποιος θα μιλήσει.)

Ωραιοζήλη: Α, ναι; Για ελάτε εδώ πάνω, αξιότιμε/-η κύριε/-α!

Αστυνόμος β’: Παρακαλώ, ελάτε να το δούμε πιο καλά.

(Ανεβαίνει επάνω.)

Αστυνόμος α’: Έβλεπε από κάπου το τηλέφωνο που πήρε;

(Ο θεατής -που πλέον δεν είναι θεατής-, θα πει για την κάρτα. Θα την πάρουν, και θα πει ο Αστυνόμος:)

Αστυνόμος α’: Πάρτε, σας παρακαλώ, το τηλέφωνο…

(Ο θεατής θα πάρει, αλλά δε θα χτυπάει το τηλέφωνο. Ο Αστυνόμος θα πάει από πίσω, και θα δείξει πως το καλώδιο είναι κομμένο.)

Μπάμπης: (Βγαίνει από τα παρασκήνια και γελάει.) Καθόλου ύποπτο!

Αστυνόμος β’: Μπείτε πάλι μέσα, σας παρακαλώ!

(Ο Μπάμπης φεύγει.)

Αστυνόμος α’: Πάρτε από το κινητό σας.

(Ο θεατής θα πάρει. Ο Αστυνόμος θα τον καθοδηγεί:)

Αστυνόμος α’: Ρωτήστε ποιος είναι.

Θεατής: Ποιο είναι;

Άγνωστος: Θα ήθελα να μιλήσω με την κυρία Τριανταφυλλίδου.

Θεατής: Λέει πως θέλει να μιλήσει με την κυρία Τριανταφυλλίδου.

Αστυνόμος α’: Ρώτα τον ποιος είναι.

Θεατής: Ποιος είναι;

Άγνωστος: Μιχάλης.

Θεατής: Ο Μιχάλης είναι.

Γωγώ: (Βγαίνει από τα παρασκήνια.) Τί έχεις κάνει, μωρή;

Αστυνόμος β’: Μπείτε μέσα, σας παρακαλώ!

(Η Γωγώ φεύγει.)

Άγνωστος: Μην ξεχάσετε να δείτε και μέσα στο συρτάρι, ίσως εκεί είναι η διαθήκη!

Θεατής: Λέει πως η διαθήκη είναι στο συρτάρι!

Αστυνόμος α’: Κλείστε το!

(Όλοι βγαίνουν από τα παρασκήνια, και παίζει έντονη μουσική.)

Αστυνόμος α’ & β’: Σκασμός!!!!!

(Όλοι σταματάνε, και πάνε πίσω.)

Αστυνόμος α’: Μπορείτε να καθίσετε, ένα χειροκρότημα, παρακαλώ!

(Ο Θεατής γυρνάει πίσω. Ο Αστυνόμος παίρνει τη διαθήκη, και όσο τη διαβάζει προσηλώνεται όλο και περισσότερο.)

Αστυνόμος α’: Αδύνατο, ψεύτικη είναι! 

Αστυνόμος β’: Πώς το ξέρεις, αφεντικό;

Αστυνόμος α’: Ξέρω εγώ. Εσείς, στο κοινό, θυμίστε μου μετά να δω για τη διαθήκη!

Ωραιοζήλη: Μετά μπήκε ο κύριος Μπάμπης!

Μπάμπης: Εγώ δεν το θυμάμαι αυτό!

Γωγώ: Το εντυπωσιακό θα ήτανε αν το θυμόσουν!

Αστυνόμος β’: Πηγαίνετε πίσω, κυρία Γωγώ!

(Η Γωγώ φεύγει.)

Αστυνόμος α’: Έκανε κάτι ύποπτο ο κύριος Μπάμπης με την κυρία Ωραιοζήλη;

(Εντωμεταξύ ο Μπάμπης τρέχει και κρύβει τα σοκολατάκια.)

Αστυνόμος α’: Τί έκανε λέει; Δηλητηρίασε τα σοκολατάκια;

Μπάμπης: Ποια σοκολατάκια, κυρ Αστυφύλαξ; Βλέπετε εσείς σοκολατάκια;

Αστυνόμος α’: Όχι, να πω την αλήθεια, δε βλέπω τίποτα σοκολατάκια.

Ωραιοζήλη: Αφού δε βλέπετε τίποτα σοκολατάκια, γίνεται εμείς να δηλητηριάσαμε τίποτα σοκολατάκια;

Αστυνόμος β’: Όχι, δε γίνεται να δηλητηρίασαν τίποτα σοκολατάκια.

Αστυνόμος α’: Θα το ξαναδούμε αυτό.

Ωραιοζήλη: Μετά ο κυρ Μπάμπης έφυγε, διότι δεν ήθελε να τον βρει η κα Γωγώ…

Γωγώ: Δεν το πιστεύω αυτό για τον Μπάμπη μου! Εσύ είσαι μια παλιοψεύτρα, μια υποκρίτρια, μια τρελή, και μια κακιώσα!

Ωραιοζήλη: Κι εσύ είσαι…

Γωγώ: Μην κρίνεις να μην κριθείς είπε ο Κύριος!

(Η Γωγώ παίρνει τον Μπάμπη, και φεύγει.)

Αστυνόμος α’: (Καθαρίζει τη φωνή του, και διαβάζει τη διαθήκη. Ύστερα, λέει:) Ναι, μάλλον το κοινό έχει δίκιο, εσείς την πλαστογραφήσατε.

Αστυνόμος β’: Για ελάτε όλοι μέσα, και καθίστε.

(Έρχονται όλοι, και κάθονται στις θέσεις τους. Ο ένας κρατάει μούτρα στον άλλον.)

Αστυνόμος α’: Λοιπόν, θυμάστε όλοι τί λέει μέσα η διαθήκη;

(Όλοι λένε ναι, εκτός από τον Μπάμπη, που λέει όχι.)

Στράτος: Άσ’ το, θείε, εσύ δε μετράς.

Αστυνόμος β’: Ποιοι πιστεύετε από το κοινό, ότι αυτή η διαθήκη είναι ψεύτικη;

(Οι πιο πολλοί θα σηκώσουν το χέρι τους.)

Αστυνόμος α’: Λοιπόν, αυτό δεν είναι αρκετό. Ακόμη κι αν είναι πλαστή, η περιουσία θα περάσει στα παιδιά…

Ωραιοζήλη: Ναι! (Χορεύει, και ακούγεται μουσική.)

Κα Μάρω: Τώρα πώς αυτή τα κατάφερε, είναι άλλο θέμα…

Αστυνόμος β’: Πιστεύω πως από εδώ και πέρα τα έχουμε δει κι εμείς…

Μπάμπης: Όχι, είπα και ένα ανέκδοτο!

Αστυνόμος α’: Όχι! Περάστε όλοι έξω!

(Όλοι φεύγουν.)

Αστυνόμος α’: Λοιπόν, κυρίες και κύριοι, μάλλον πρέπει να βρούμε ποιος είναι ο ένοχος. Θα πρέπει τώρα να τους ανακρίνουμε έναν-έναν. Μη διστάσετε να κάνετε όποια ερώτηση σας έρθει στο μυαλό. Θα μπει μέσα, και θα σηκώσετε χέρι, όποιος θέλει να ρωτήσει. Εγώ και ο συνάδελφός μου, από ‘δω…

(Γυρίζει να τον δει, αλλά δεν είναι εκεί.)

Αστυνόμος α’: Παναγιώτη/Παναγιώτα, πού είσαι, βρε;

Αστυνόμος β’: Εδώ, αφεντικό, είπες να βγουν όλοι έξω!

(Οι αστυνομικοί βάζουν μέσα έναν-έναν τους χαρακτήρες, αλλά τελευταίο τον Μπάμπη. Απαντάνε με αυτοσχεδιασμό στις ερωτήσεις του κοινού. Στον τελευταίο χαρακτήρα, όταν πάει να απαντήσει, θα πει:)

Μπάμπης: Λοιπόν, ξέρετε τί λέω εγώ; Πως οι Αστυνόμοι μας τον φάγανε! Ναι, ναι!

Αστυνόμος α’: Υπονοείτε κάτι για την Ελληνική Αστυνομία; Να το ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν! Ρε, Παναγιώτη/-α! Έλα ‘δω! Τον έφαγες εσύ τον κυρ Μανώλο;

Αστυνόμος β’: Όχι!

Αστυνόμος α’: Ούτε εγώ! Έκλεισε!

Μπάμπης: Μα…

Αστυνόμος α’: (Βγάζει το πιστόλι.) Μα;

Μπάμπης: Να έχετε ένα χνούδι εδώ, τίποτα δεν είναι… (Του καθαρίζει και καλά τον γιακά.)

(Η Αστυνόμος βάζει πάλι το όπλο πίσω.)

Αστυνόμος α’: Για πείτε μας για εκείνα τα σοκολατάκια; Είδα ότι τα έχετε κρύψει εκεί, πριν όμως δεν είπα τίποτα!

Μπάμπης: (Βγάζει τα σοκολατάκια.) Δεν είναι τίποτα! Ορίστε! (Τρώει ένα.) Να, είδατε; Περδίκι… Περδ… Περί… Πε…

Αστυνόμος α’: Όλα καλά, κύριε Μπάμπη;

Μπάμπης: (Βλέπει ένα χαρτάκι που είχε στην τσέπη του.) Ωχ, όχι… (Πάει να πέσει απ’ τη μία, τρέχουν να τον πιάσουν, πάει να πέσει απ’ την άλλη, πάνε απ’ την άλλη, μέχρι που τον πιάνουν από πίσω. Ο ένας αστυνόμος μετράει τον παλμό του.)

Αστυνόμος β’: Είναι νεκρός!

(Τα φώτα σβήνουν, παίζει έντονη μουσική, ύστερα η μουσική σταματάει, και τα φώτα ανοίγουν. Όλοι κάθονται.)

Αστυνόμος α’: Τελικά αυτό λειτουργεί με όλους του θανάτους, ε;

Γωγώ: Αχ, τί πάθαμε! Ας τον έχει ο Θεός καλά!

Ωραιοζήλη: Μένα, απ’ ό,τι μου είπε ο Θεός δηλαδή, δεν τον πολύ-συμπαθούσε…

Γωγώ: Γιατί, του μίλησες;

Ωραιοζήλη: Ναι!

Γωγώ: Και τί σου είπε;

Ωραιοζήλη: Ε… Ε… Να… Ε… Θεός είναι μωρέ, λογαριασμό θα σου δώσει κιόλας; Ό,τι θέλει λέει!

Αστυνόμος β’: Ήρθε η ώρα! Ας ψηφίσουμε!

(Ψηφίζουν ποιος είναι ο ένοχος με τα χέρια. Όποιος βγει ένοχος, πετάγεται και λέει:)

Ένοχος: Ωχ, παναγιά μου, θέλω δικηγόρο! Θα πάρω έναν καλό… Τον Ζεμέ Κορωπί!

Αστυνόμος α’: Γιατί τον φάγατε, επάνω στο άνθος της ηλικίας του;

Ένοχος: Είμαι αθώος, εσείς τον φάγατε!

Αστυνόμος β’: Πάμε! Ας αδειάσει το σπίτι, παρακαλώ!

(Φεύγουν όλοι, εκτός από τον Στράτο ή την Ωραιοζήλη.)

Στράτος: Λοιπόν, πιστεύω πως αυτό ήταν για…

(Τον διακόπτει το κουδούνι του θείου. Ο Στράτος/ η Ωραιοζήλη φαίνεται παραξενεμένος/-η. Η Κα Μάρω τον/τη χτυπάει από πίσω, με ένα κούτσουρο. Πέφτει ξερός/-ή.)

Κα Μάρω: Ωχ, τον/την παραχτύπησα, μου φαίνεται!

(Πάει να τον/τη σηκώσει, και να τον/τη βάλει στον καναπέ, και δυσκολεύεται λίγο, οπότε τον/την αφήνει στο πάτωμα και λέει:)

Κα Μάρω: Ξηροκάρπια-ξηροκάρπια, αλλά τα έχεις και τα κιλάκια σου!

Μανώλης: Αχ, Μάρω, θα μπορέσουμε επιτέλους να φύγουμε, και να ζήσουμε τον έρωτά μας!

Αστυνόμος α’: Και να μου δώσετε και εμένα το μερίδιό μου, ε;

Μανώλης: Ναι, Αφροξυλάνθη μου, αρκεί να μη μας ξαναενοχλήσεις!

Κα Μάρω: Πώς να το γιορτάσουμε; Αχ! Τα σοκολατάκια! Και θα ξεκινήσω δίαιτα από Δευτέρα!

(Παίρνουν όλοι από ένα σοκολατάκι.)

Και οι τρείς: Εις υγείαν!                                           ΤΕΛΟΣ

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο