Θεατρικό/Η ιστορία του Ανώνυμου Διδύμου

Θεατρικό

Η ιστορία του Ανώνυμου Διδύμου

Α’ έπος

Το ακόλουθο θεατρικό, αναπαριστά την ιστορία του βιβλίου του ΦΖΜΦανίστικη Μυθολογία”, “Η ιστορία του Ανώνυμου Διδύμου”.

Η ιστορία αυτή, είναι η γνωστή ιστορία των Δύο Κλεφτών, της Γυναίκας, και του Άνδρα. Οι περιπέτειές τους, οι κλοπές που κάνανε, και όλα αυτά. Ορίστε, λοιπόν, η αισθηματική ιστορία των Δύο Κλεφτών, που μας παρουσιάζει ένα νόημα, που θα υπάρχει και στο Β’ έπος, και μας δείχνει όχι μόνο τη δύναμη της αγάπης, αλλά και το πόσο ανελέητοι είναι ο Χρόνος και ο Θάνατος:

Η Ιστορία του Ανώνυμου Διδύμου

Αφηγητής- Καιρό πολύ, θα πρέπει να δούμε μπρος στα μάτια μας να περνά, για να φτάσουμε στη μέρα ‘κείνη. Αχ, τη θυμάμαι σαν να ήτανε ‘χθες! Είχε αέρα σιγανό, κρύο όμως, να σε διαπερνά ως το κόκαλο, και το άρωμα των λουλουδιών σε μεθούσε. Ο Μαύρος Πύργος, ένα τρομερό πλάσμα, καταπατούσε αυτή τη γη, με κάτι πολύτιμο στα χέρια… 

Μαύρος Πύργος– Όμορφα είναι τα λουλούδια, ο αέρας. Όμορφος είναι ακόμη και ο ήλιος ο λαμπρός, δείτε τον! Αν και θα προτειμούσα, τον μακρινό, αυτό, κύκλο, κατάμαυρο, υπό έκλειψη. Και η σκιά, να πέσει στον κόσμο. Καλώς είναι όμως, κι έτσι, και σίγουρα η έκλειψη θα ‘ρθει. Σε καρδιές και ψυχές θνητών, και μάτια κάποτες αθώων πλασμάτων…

Σέρσης– Άκουσα τη φωνή σου στο μυαλό μου, να μου διαλύει τις σκέψεις μου τις άλλες. Και ήτανε, βλέπεις διαπεραστική, Μαύρε Πύργε. 

Μαύρος Πύργος- Εδώ είσαι, Σέρση… Επιτέλους, σε βλέπω… Αν και αυτή, είναι η πρώτη μου φορά, που αντικρίζω το μεγαλείο σου με τα μάτια μου, ένιωθα καιρό, πως εσύ είχες τον τρόμο και την αγανάκτηση μέσα στην ψυχή σου.

Σέρσης- Χαρά; 

Μαύρος Πύργος- Πενιχρή! Ίσα που την διέκρινε κανείς αμυδρά, στου ερέβους της ψυχής τα βάθη, να λαμποκοπά σιγανά, και να τη βλέπω όλο γηθοσύνη, να ξεθωριάζει… 

Σέρσης- Γιατί; Είδες εικόνα από τα παλιά, η ακόμη σκέφτεσαι το μέλλον, που κάθε θνητό βασανίζει και τυραννάει;

Μαύρος Πύργος- Από τ’ ανύπαρκτά μου μάτια, μιας και πρόσωπο δεν έχω ‘γω, πέρασαν όλα τα πράγματα, κάθε λογής! Είδα παλιούς εχθρούς, είδα εκδίκηση, σε είδα…

Σέρσης- Τί με είδες; Μίλα, ωρέ!

Μαύρος Πύργος- Σε είδα νεκρό, εσένα και τον Αντίνοο, τον πιστό σου βοηθό και σκλάβο, που τριγυρνά στης γης το κάθε άκρο, μόνον για να σέρνεται στα πόδια του αφέντη του. Εσένα… Σας είδα ξεψυχισμένους, να αφήνεται τον κόσμο τούτονε…

Σέρσης- Και πώς… Λέω πώς, αυτό θ’ αλλάξει; Μπορώ να κάνω κάτι; Λέγε!

Μαύρος Πύργος- Μάζευε τα λόγια σου, θνητέ! Το μέλλον, δεν ‘ν’ χαρτί γραμμένο, που το διαβάζεις! Πού όμως, τύχη τέτοια, να καταλάβεις εσύ, κοντόφθαλμε, πώς λειτουργεί το ιερό αυτό! Ούτε ο ΦΖΜ δεν ξέρει, και κρατώ στο χέρι μου, κάτι που θα ‘θελε ο καθής. Και μαζί με αυτό το μυστικό, που θα μένει άφθαρτο αιωνίως, έχω και αυτό!

Σέρσης- Ώστε! Το δακτυλίδι! Αυτό είναι, φερ’ το μου!

Μαύρος Πύργος- Αφελή! Έχεις καταδικαστεί, να σέρνεις τα δεσμά της επιθυμίας σου για εξουσία, και την αλαζονεία σου! Ο Θάνος όμως, φίλος πιστός και καλώς του Αλκύωνου, αλαζόνας ήτανε, αφού έφτυσε, ακούς; ΕΦΤΥΣΕ! Τον Ομάρ, τον ίδιονε! Και κατέληξε να κουλουριάζονται οι σκέψεις του, να τον φωνάζουν, να φωνασκούν αναμεταξύ τους, και ύστερα, να χάνονται στου ερέβους τα βάθη. Πώς περιμένεις όμως, να κυριαρχήσεις εσύ, χωρίς να ξέρεις τίποτε; Ουδεμία πιθανότητα, αδαή! Ήττα βλέπω, πιο δυνατά! Πιο δυνατά!

Σέρσης- Όχι! Λέγε! Λέγε τί θες από εμένανε!

Μαύρος Πύργος- Χάος. Ατέρμονο, απέραντο, χάος. Αχανής ουράνια έρημος. Και ιδού, η Νυξ. Θεά δυνατή, μεγάλη. Ελληνικής μυθολογίας. Θεά της Νύχτας. Την έτρεμε ο Δίας. Η Ήρα, η Αθηνά. Μόνον από τις κλωστές τον μοιρών, δεν ξέφευγε. Και βλέπω, εκεί, στο βάθος, μια λάμψη. Και φαίνεται να έρχεται ο ΛΔΔ, ο ίδιος. Θεός, που κυριαρχεί τη Νυξ, τη Νυξ, λέω, την ίδια, και φτιάχνει… Την Ολότητα… Το σύμπαν, στην Ολότητά του, που χωρίζεται και επανανταμώνει. Ο ΛΔΔ, κυρίαρχος του σύμπαντος. Ο ΛΔΔ, αρχηγός. Και ο Φυξ, θεός των εκρήξεων, υποτάσσεται. ΥΠΟΤΑΣΣΕΤΑΙ! 

Σέρσης- Ξέρω! Ξέρω! Υποτάχθηκε! Και μάγεψε τον ΛΔΔ, για να φτιάξει τις Φανομοίρες! Και έκαμεν συνεργασία! Πάλεψε! Έκανε μηχανορραφίες, και…

Μαύρος Πύργος- Και; Ξέρεις τί λες; Ξέρεις πως αυτός, ήξερε κι ακόμη ξέρει του κόσμου και του σύμπαντος τα άπαντα; Και ύστερα, από ένα λάθος, κι ας ο θεός των ονείρων, Ιάσονας, ποτέ του δεν τον συμμερίστηκε, κατάφερε να πάρει την εξουσία από τον ΛΔΔ. Και ο ΦΖΜ, ον μαγικό, που βοήθησε στη νέα αυτή ακμή, από τις στάχτες της παρακμής, κυριαρχεί για πάντα, με τη δύναμη τριών αντικειμένων. Την ασπίδα της Σάνμουν. Τη ράβδο της Ιντρακούντα. Και… Το δαχτυλίδι του σκότους, του ΦΖΜ! Ιδού! Εδώ το έχω!

Σέρσης- Ξέρω! Ξέρω τα πάντα! Τί θες; Τί θες για να μου το δώσεις; Μίλα μου! Μίλα μου! Μη μ’ αφήνεις στο σκοτάδι!

Μαύρος Πύργος- Τα πάντα! 

Αφηγητής- Κανείς, δεν έμαθε ποτέ, την πραγματική ανταλλαγή… 

Σέρσης- Δέχομαι! Πάρ’ τα μου, όλα! Εκδίκηση θέλω!

Μαύρος Πύργος- Από ποιον;

Σέρσης- Ξέρεις! Ξέρεις…

Μαύρος Πύργος- Ξέρω!

[Ο Θάνατος κάνει βόλτες]

Θάνατος- Ίσως, ν’ αναρωτιέστε ποιος είμαι εγώ. Εγώ, είμαι ο Θάνατος. Και θα με ξαναδείτε. Αν και τότε, θα είναι αργά…

Αφηγητής- Πριν από πέντε χρόνια…

Άνδρας Κλέφτης– [Περιπλανιέται] Εγώ είμαι!ㄋ Ο Άνδρας Κλέφτης! Μόνος!ㄋ Καιρό τώρα πολύ!ㄋ Δε γνώρισα μάνα, μήτε…ㄋΜήτε και πατέρα.ㄋΌπου και να ‘ναι…ㄋ Όπου και να ‘ναι τους καταριέμαι!ㄋ Διότι το αξίζουν!ㄋ Φτου! Ωχ! Μιαν… Μια γυναίκα! Ξαπλωμένη! Ζει! [Βγάζει το όπλο] Δε μου πάει η καρδιά! Νιώθω πρώτη φορά…ㄋ Πρώτη φορά τέτοια αδυναμία. Δε βασανίζω θνητούς αθώους, κι ας…ㄋ Κι ας έμεινα -κακώς-, για την κακία μου γνωστός. [Βάζει το όπλο μέσα]. Μπορώ να…ㄋ Να την πάρω. Και να την κάνεις τί; Θα μου πεις. Κι…ㄋ Κι αν την υποτάξω σαν τον Φυξ; Τότες… Τότες εντάξει!

Γυναίκα Κλέφτης– Κύριε; Ποιος είστε; 

Άνδρας Κλέφτης- Τί θυμάσαι;

Γυναίκα Κλέφτης- Τίποτα…

ΑΚ- Ήσουν σε ‘μένα, πιστή. Με ακολουθούσες πάντα! Είχες υποταχθεί σε εμένα! Και ο Θάνατος, ο ατρόμητος και τρομερός θεός, σε…

ΓΚ- Ήρθε, δηλαδή, η γλυκιά ζωή μου στο τέλος; Και πού είμαι;

ΑΚ- Όχι! Οι κοφτερές και όλο ζωικό αίμα λεπίδες του, οριακά πλησίασαν και σου ‘κοψαν τη σάρκα, σε τράβηξα όμως εγώ μακριά.

ΓΚ- Πώς; 

ΑΚ- Έπεσες από έναν γκρεμό, δεν μπορούσα να σε αφήσω να πεθάνεις!

ΓΚ- Σας ευχαριστώ! [Σηκώνεται, αλλά πέφτει κατ’ ευθείαν]

ΑΚ- Μείνε ακίνητη, δε θ’ αντέξεις έτσι πολύ ακόμη.

ΓΚ- Και… Τί κάναμε;

ΑΚ- Κλοπές. Σε όλον τον κόσμο! Όμως είμαστε δίκαιοι όταν πρέπει! Κι ας παρανομούμε! Με τους χειρότερους τρόπους! 

ΓΚ- Θέλετε να πείτε πως δολοφονούμε;

ΑΚ- Κανείς δεν τολμά να μας κοιτάξει κατάματα! Όλοι υποτάσσονται, πώς νομίσεις, λοιπόν, πως φτάσαμε εδώ; Δείχνοντας τις δυνάμεις μας απ’ άκρη σ’ άκρη, και οι χειρότεροι εχθροί μας να χάνονται βασανισμένοι!

ΓΚ- Γιατί;

ΑΚ- Μη λυγίζεις! Αύριο πρωί φεύγουμε! Θα ταξιδέψουμε νότια. Θα φτάσουμε στις απαγορευμένες περιοχές. Θα συναντήσουμε πολλά εμπόδια. Με το πιο επικίνδυνο, να είναι η τρομερή μάγισσα Μοργκανάνα, δημιούργημα του ΦΖΜ, που θερίζει σαν το ξανθό το στάρι όποιον βρεθεί στον δρόμο της. Πήγαινε στο αμάξι κι ετοίμασέ το. 

ΑΚ- Μπορούσα, νομίζετε, να της πω την αλήθεια; Είναι δική μου τώρα! Θα κλέψουμα όλα όσα πρέπει να… Κι αν με ρωτήσει γιατί; Ο κοινός σκοπός είναι… Και γιατί να πω; Πρέπει να βρω όσα είναι να βρω, κι ας… Κι ας τη θυσιάσω, δε με νοιάζει. Μια ζωή ανθρώπινη είναι, και; Ό,τι θέλω κάνω! Κι αν μου αρνηθεί, θα… θα τη σκοτώσω. Και θ’ αφήσω το σώμα της, εκεί. Να την κοιτάει το λιοπύρι. Να την τρώνε τα σκυλιά και τ’ άγρια θηρία. Τη θέλω μόνο για δόλωμα! Για τίποτε άλλο. Κι αύριο, στο λημέρι της Μοργκανάνας, θ’ αφήσει την τελευταία της πνοή. Εγώ θα κλέψω το μαγικό αντικείμενο, και… 

Αφηγητής- Υπήρχαν δυσκολίες, αφού η Γυναίκα Κλέφτης, δε θυμόταν τίποτε. Από το μυαλό, της, είχαν όλα διαγραφεί, και το πώς έφτασε ως εκεί και την βρήκε ο Άνδρας, δε θυμάται. Ξεκίνησαν, λοιπόν, από την πεδιάδα, σιωπηλοί κι οι δυο, δεν είχαν τί να πουν, και ξεκίνησαν το ταξίδι τους στον νότο. Στον μακρύ νότο. Περάσανε λαγκάδια, άγρια ζώα. Οι περιπέτειά τους αυτή, δεν ήταν, παρά μόνον μία από τις άλλες τους δεκάδες…

ΑΚ- Θα καθίσουμε εδώ, να περάσουμε τη μέρα. Θα περιμένουμε εδώ, ως το σούρουπο, να την πιάσουμε απροετοίμαστη.

ΓΚ- Αρχίζω και θυμάμαι, διάφορα ονόματα… Τούτο ‘δω, είναι το φαράγγι του Θανάτου. Σωστά;

ΑΚ- Ναι. Λένε, πως ποτέ κανείς δεν έφτασε κάτω. Κι αν κανείς ήταν τόσο φριχτά άτυχος, δεν ξέρουμε τί απέγινε. Κοίτα την ομίχλη, τη χλωμή, που κρύβει κάθε λογής μυστικό, κάτω απ’ το βαρύ της γκρίζο πέπλο. Είναι να νιώθεις δέος, δε συμφωνείς;

ΓΚ- Ναι. Λένε, πως ούτε ο ίδιος ο ΦΖΜ, ξέρει τί υπάρχει εκεί, κάτω. 

ΑΚ- Εδώ, είναι το βουνό Έβερεστ. Το λημέρι των εννέα θεών! Θα πρέπει να μου ορκιστείς, πως ό,τι και να συμβεί, πάντοτε, θα έχεις σχεδιάσει οποιοδήποτε σχέδιο, με την κάθε του λεπτομέρεια. Θα έχεις κάνει, το ΤΕΛΕΙΟ ΣΧΕΔΙΟ! Αλλιώς, η ύβρις που θα διαπράξεις ο προς τους θεούς, θα οδηγήσει στην τίση, η οποία είναι η τιμωρία της τύφλωσης του νου! Και οι θεοί, θα δείξουν σε τούτον τον κόσμο, τί πάει να πει κυριαρχία.

ΓΚ- Ορκίζομαι.

ΑΚ- Θυμάμαι, σαν χθες, όταν έφυγα στην άλλη άκρη της γης, και έφτασα ως τη λίμνη της θεάς Θάνιας, θεάς της φύσης, και περιβόητη θεά του Έβερεστ. Μέσα στη λίμνη, ζει το μισοτέρας, ένα τρομερό τέρας, που γεννάει την περιέργεια στο μυαλό κάθε θνητού που το αντικρίζει! Αφού το σώμα του, αποτελεί το είδωλό του! Δεν έχει σώμα! Το σώμα του, είναι το είδωλό του! Το Μισοτέρας, διαμέλισε το δεξί χέρι της Μοργκανάνας, στην προσπάθειά της να του κλέψει τη μαγική άμμο, από τον λόφο του! Κι έτσι, γεννήθηκε ο Κοινός Αθροιστής Θανάτου! [Απεικονίζεται] Ένα πλάσμα με όψη διαβολικού μάντις, και δαγκάνες αστακού, που φυλάει ημέρα-νύχτα τη λίμνη της θέας! Η Μοργκανάνα, ποτέ της δεν πήρε τελικά την άμμο! Εγώ όμως, τόλμησα να δοκιμάσω! Έκλεισα τη μαγική άμμο, μέσα σε ένα μαγικό μπουκάλι, και δημιούργησα, την πέτρα, ή τον κρύσταλλο, της εκδίκησης! Ιδού!

ΓΚ- Πώς, όμως, διαφύγατε τον σίγουρο και βασανιστικό θάνατο;

ΑΚ- Υποσχέθηκα στην ΑΑΦΖΜ, πως θα χρησιμοποιήσω την πέτρα για να σκοτώσω τη Μοργκανάνα! Κι αν δεν τα κατάφερνα, θα αφιερωνόμουν σε αυτό; Έτσι, αυτή με βοήθησε…

ΓΚ- Ποια είναι η ΑΑΦΖΜ;

ΑΚ- Ικανότατη θεότητα, δημιούργημα του ΦΖΜ! Βρισκόταν σε μία διαμάχη με τη Μοργκανάνα, για ένα μαγικό κουτί! Γι’ αυτό και με βοήθησε! Επειδή ήθελε να τη δει να πεθαίνει!

ΓΚ- Και; Τη σκοτώσατε;

ΑΚ- Όχι, φυσικά. Σήμερα είναι η ημέρα! Αλλά δε θα το κάνω! Η αποστολή που μου έδωσε ο ΦΖΜ, είναι σημαντικότερη από αυτό! Ωχ! Κάτι άκουσα! [Κρύβονται]

ΑΚ- Το Φωτοτέρας!

ΓΚ- Όχι! Ξέρω! Είναι το Φωτοτέρας το δεύτερο, ο Θάνος! Που αντιμετώπισε την τίση, όταν ύβρισε τον θεό Ομάρ!

ΑΚ- Σωστά! Βωμολόχησε βαριά! Και τιμωρήθηκε!

ΓΚ- Κι αν εμείς τιμωρηθούμε ανάλογα; Επειδή δεν ακολουθήσαμε τον όρκο ως προς την ΑΑΦΖΜ;

ΑΚ- Σιωπή!

Άνδρας- Άκουσα ΣΙΩΠΗ;! Σιώπη απόλυτη, βαθιά, όταν όλοι πια, έχουν βρει το τέλος τους, σιωπή!

ΑΚ- Ποιος είσαι εσύ, γέρο;

Α- Είμαι εγώ, εσύ, αυτός, αυτή, όλοι είμαι εγώ, κι ένας-ένας! Κι όμως -γελάει-, νιώθω πως… Άλλο βλέπω!

ΑΚ- Παράτα μας, μουρλέ! 

Α- Τί ‘πες; Είπες, αυτό που ήλπιζα ποτέ σου να μην πεις; Έτσι, με τόσην ευγλωττία, θα υβρίσεις θεούς-ανθρώπους; Ξέρεις, λέγω, πως δε διαφέρει κατά υπερβολικά πολύ; Μη γίνεσαι βλάσφημος, Άνδρα Κλέφτη, μήτε κι αλαζόνας, τ’ ακούς; Διότι σε βλέπω νεκρό, και βασανισμένο, ψυχικά και σωματικά!

ΑΚ- Ψυχικά; Ποτέ! Εγώ; Εγώ πιο σκληρός από τον βράχο, και πιο άψυχος από το κούτσουρο! Πότε, εμένα, να με αγγίξει συναίσθημα; Ακούς τί λες; [Βγάζει όπλο]

Α- Χα! Ιδού, η Αλαζονεία σου! Εσύ, άκαρδε, και άψυχε, γιατί δε τραβάς την σκανδάλη, και δεν κόβεις το νήμα της ζωής μου; Μου λες; Βλέπω τον φόβο στα μάτια σου, Άνδρα! Φοβάσαι! Τί; Τον Θάνατο! Ναι, τον Θάνατο! Τον φοβάσαι! Κάτι όμως… πιο πολύ…

ΑΚ- Σσς! Μη μιλάς! Δε θέλω ν’ ακούω τη φωνή σου! 

Α- Γιατί; Σε πλήττει η αλήθεια; Έλα, λοιπόν! Σκότωσέ με! Τί περιμένεις;

Σκέψεις- Σκέ-ψεις! Σκέ-ψεις! Σκέ-ψεις! Σκέ-ψεις! Σκέ-ψεις! Σκέ-ψεις! Σκέ-ψεις! Σκέ-ψεις! Σκέ-ψεις! Σκέ-ψεις! Σκέ-ψεις! Σκέ-ψεις! Σκέ-ψεις!

Αφηγητής- Τον βασάνιζαν οι σκέψεις του για τον άγνωστο αυτό γέρο! Κι όμως, γιατί; Γιατί δεν τράβαγε αυτή τη σκανδάλη, λοιπόν; Να τελειώνει;

ΑΚ- ΕΞΑΦΑΝΙΣΟΥ! ΑΜΕΣΩΣ!

Α- [Γελάει] Θα επανέλθω, Άνδρα, και θα είμαι στο μυαλό σου!

ΓΚ- Τί ήταν αυτό;

ΑΚ- Έπρεπε να έχω τραβήξει τη σκανδάλη επί τόπου!

ΓΚ- Και γιατί δεν το κάνατε; 

ΑΚ- Δεν ξέρω… Δεν ξέρω!

______

Αφηγητής: Ο Άνδρας Κλέφτης, σκεφτόταν πολλά και διάφορα. Ήδη, πριν ο μουρλός γέρος τον προσεγγίσει. Και τώρα, δεν ήξερε τί να κάνει. Ένιωθε πως ήταν όντως αλαζόνας, και πως δεν είχε νόημα να ζει έτσι, όμως δεν υπήρχε περίπτωση να τα παρατήσει, τόσο, μα τόσο κοντά στον στόχο του. Θα έφτανε ως το σπίτι της μάγισσας. Θα έκλεβε αυτό που ήθελε να κλέψει, και θα χρησιμοποιούσε τον κρύσταλλο. Είχε όμως πολλά να περάσει ακόμη. Και πολλές φορές ακόμη, θα του δινόταν η ευκαιρία να τηρήσει τον όρκο του. Αν και πάντα το έκανε, κάτι, τώρα, τον κρατούσε, σαν… Σαν ο Θάνατος να τον έβλεπε και να τον ήθελε κοντά του, πολύ πιο πριν από την ώρα του… Τη νύχτα…

ΑΚ- Ξέρεις ποιο είναι το κόλπο. Θα πας κοντά, και θα την αποσπάσεις! Αν είναι ξύπνια. Εγώ θα κλέψω το κουτί, και…

ΓΚ- Γιατί να κλέψουμε το κουτί; Γιατί δε μου λέτε την αλήθεια;

ΑΚ- Σιωπή! Θα τη μάθεις! Εδώ είμαστε! Κρύψου! Γρήγορα! 

Μοργκανάνα– Είδα στον ύπνο μου, σε ένα όνειρο προφητικό, κάτι που με τυραννάει ακόμη… Κάτι που δεν μπορώ από τον νου μου να το βγάλω… 

ΑΚ- [Κάνει νόημα]

ΓΚ- [Επιτίθεται]

Μοργκανάνα- Ανόητη θνητή! [Την πιάνει με μαγεία] Είσαι αξιοθρήνητη! Πίστεψες ποτέ εσύ, πως θα μπορέσεις τελικά να με σκοτώσεις; Εσύ, εμένα; 

ΑΚ- [Τη μαχαιρώνει με τον κρύσταλλο]

Μ- [Ουρλιάζει-Πέφτει κάτω]

ΑΚ- Γρήγορα! Πάρε το μπλε κουτί, και φύγαμε! [Φεύγουν]

ΓΚ- Κύριε, κάτι δε μου αρέσει εδώ! Πολύ εύκολο δεν ήτανε αυτό; 

ΑΚ- Σιωπή! Θα πάμε το κουτί στην ΑΑΦΖΜ, και θα εκπληρώσω τον όρκο μου! Εδώ είμαστε! Η σπηλιά της ΑΑΦΖΜ!

ΓΚ- Εδώ μένει;

ΑΚ- Όχι! Η ισχυρή αυτή θεά, έχει σα μνημείο αυτή τη σπηλιά!

ΑΑΦΖΜ– Τί θέλεις, θνητέ; Σε ξέρω από τα παλιά, σε θυμάμαι! Που ορκίστηκες να αφανίσεις τη Μοργκανάνα! 

ΑΚ- Θες να την αφανίσω, επειδή διαθέτει το κουτί! Όμως εγώ, σου έφερα το ίδιο το κουτί!

ΑΑΦΖΜ- Το ξέρω, θνητέ! Τα ξέρω όλα εγώ! Φερ’ το μου, και είσαι ελεύθερος! 

ΑΚ- Ιδού! Το κουτί της Μοργκανάνας, με αμύθητη μαγεία! Όποιος το ανοίξεις, θα αποκτήσει υπεράνθρωπες δυνάμεις, απλώς κανείς, δεν ξέρει το πώς…

ΑΑΦΖΜ- Εξαφανίσου, θνητέ!

_______

ΓΚ- Και τί κερδίσαμε από αυτή τη μάχη εμείς; Γιατί θέλατε τον κρύσταλλο;

Σκέψεις- Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες, Υ-πο-ψί-ες!

ΑΚ- Καλά! Η Μοργκανάνα ήξερε πως θα πάμε! Έκανα μαζί της μία ανταλλαγή, και αντάλλαξε το κουτί, με ένα πιστό του αντίγραφο!

ΓΚ- Και τί ανταλλάξατε γι’ αυτό;

ΑΚ- Τα πάντα! Τα πάντα! Τα πάντα!

ΓΚ- Μα… Θα το καταλάβει! Θα μας τιμωρήσει!

ΑΚ- Εμένα! Όχι εσένα! [Φεύγει]

Αφηγητής- Θυμήθηκε, τότε, η Γυναίκα Κλέφτης, τον Άνδρα που είχε γνωρίσει ο Άνδρας Κλέφτης. Τον είχε δει κι εκείνη, πιο παλιά, πριν πάθει την αμνησία της!

Άνδρας- Το κουτί, καλή μου, το κουτί! Χα, χα! Ψεύτικο, ψεύτικο! Κι ο άλλος, που θα σπείρει πανικό και διχόνοια! Αυτός θ’ ανοίξει το πραγματικό! [Γελάει σατανικά]

Αφηγητής- Δέκα χρόνια μετά απ’ όλα αυτά…

_________

Αστυνόμος 1- Ξέρεις, σκέφτομαι, πως ο αντίπαλος είναι πάντα πιο μπροστά από εμάς. Χρόνια τώρα, κυνηγάμε αυτό το δίδυμο, και κανείς δεν έχει ίχνος του! Συνέχεια το σκάνε, φίλε μου. Σαν να είμαστε μαριονέτες, στο μεγάλο τους παιχνίδι! Από την άλλη, ο σοφός που βλέπει μακριά αρχηγός μας, που κρατάει το πρόσωπό του κρυφό από τον κόσμο τούτο, πάντοτε γνωρίζει τα σχέδια του διδύμου! Κι όμως, μόνον σε… Σε καταστροφή και…

Σκέψεις- Πυρο-βολισμοί, Πυρο-βολισμοί, Πυρο-βολισμοί, Πυρο-βολισμοί, Πυρο-βολισμοί, Πυρο-βολισμοί, Πυρο-βολισμοί, Πυρο-βολισμοί, Πυρο-βολισμοί, Πυρο-βολισμοί, Πυρο-βολισμοί, Πυρο-βολισμοί, Πυρο-βολισμοί, Πυρο-βολισμοί, Πυρο-βολισμοί, Πυρο-βολισμοί!

Αστυνόμος 1- Και Θάνατος! Οι άνδρες πέφτουν…

Σκέψεις- Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί, Νε-κροί!

Αστυνόμος 1- Και μόνον η ιδέα, μου… Καίει τα σωθικά! 

Αστυνόμος 2- Αυτός όμως, άκαρδος σαν είναι, μένει αλώβητος στο γραφείο του, με τις διαταγές του, ο θρασύδειλος!

Αστυνόμος 1- Αξίζει, θαρρώ, να τον επισκεφθούμε, μία και καλή! Να δούμε τη φάτσα του! Να του μιλήσουμε, διότι, έτσι όπως πάμε, δε μας βλέπω καλά…

_____

Αστυνόμος 1- Κύριε;;; Γιατί δε γυρνάτε την καρέκλα; Θέλω να σας μιλήσω… Αυτοί οι δύο Κλέφτες…

Διευθυντής- Ναι… Ναι! Αυτοί οι δύο Κλέφτες! Τους ξέρω καλύτερα, απ’ ό,τι αυτοί ξέρουν τον εαυτό τους! Αρκετά! Ασεβή! [Βγάζει όπλο]

Αστυνόμος 1-  Εσύ! Πώς τόλμησες!

[Πανί] “Μπαμ!” (Πυροβολισμός-Ο Αστυνόμος 1 νεκρός-Ο Άνδρας Κλέφτης, μπαίνει μέσα)

[Πέφτει το πανί]

Σκέψεις- Προ-δο-σί-α,Προ-δο-σί-α, Προ-δο-σί-α, Προ-δο-σί-α, Προ-δο-σί-α, Προ-δο-σί-α, Προ-δο-σί-α, Προ-δο-σί-α, Προ-δο-σί-α, Προ-δο-σί-α, Προ-δο-σί-α, Προ-δο-σί-α, Προ-δο-σί-α, Προ-δο-σί-α, Προ-δο-σί-α!

Άνδρας Κλέφτης- Φύγαμε. Αποστολή εξετελέσθη!

Αφηγητής- Κι όταν οι άλλοι κόπιασαν να δουν τί ν’ απέγινεν ο Αστυνόμος ο χαμένος, δεν είδανε τα εκρηκτικά του Άνδρα Κλέφτη, ακόμη κι αν άκουσαν το χρονόμετρο. Και Μπαμ… Όλοι τους νεκροί. Κι οι Κλέφτες, είχαν καταφύγει μακριά…

___________

Αφηγητής- Πέρασε κάμποσος καιρός, και όλα πηγαίνουν βάσει σχεδίου. Και οι δύο Κλέφτες μας, ήταν μίαν ανάσα πριν τον τελικό τους στόχο, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, έμενε κρυφός από τη Γυναίκα.

ΑΚ- Εδώ είμαστε, λοιπόν! Το Παλάτι της Άγνωστης Πριγκίπισσας! Πριν από καιρό πολύ, ένας άνδρας με κοστούμι, βρισκόταν εδώ. Κι έστειλε την Άγνωστη Βασίλισσα μακριά, σε άλλη διάσταση, κανείς δεν ξέρει το πώς…

ΓΚ- Και τώρα, μένει η κόρη της ολομόναχη! Και περιμένει τη λύτρωση! 

ΑΚ- Έχει στην κατοχή της το μαγικό σκήπτρο! Πρέπει να το αποκτήσω! Να πάρω όλη τη δύναμή, κι εσύ, θα με βοηθήσεις! Και μην τολμήσεις να την σκοτώσεις!

Σκέψεις- Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α, Α-πληστί-α!

________

Άγνωστη Πριγκίπισσα– (Φτιάχνει τα μαλλιά της) Ήξερα πως θα ερχόσασταν! Το είδα! Ξέρω τί θέλετε και τί ποθείτε! Λυπάμαι όμως, δε θα πάρετε τίποτε! Θα πρέπει να παλέψετε, και να…

ΑΚ- [Βγάζει όπλο] Μη με αναγκάσεις να τραβήξω τη σκανδάλη!

ΑΠ- [Πετάγεται] Δε θα τολμήσεις! Θέλετε το σκήπτρο, όμως μου είπε ο άνδρας, πως θα πρέπει να κάνω μια ανταλλαγή. Θα με πάτε στη μητέρα μου!

ΑΚ- Πώς; Αδύνατο! Αυτό απαιτεί ταξίδι στον χωροχρόνο, και… Το βρήκα! 

ΑΠ- Ξέχασα! Θα πρέπει ένας από τους δυό σας να θυσιαστεί! Και να θυμάσαι, Άνδρα, “Όποιον τον έχεις πιο πάνω και από τον εαυτό σου, τον ζωντανεύεις και τον πάρεις απ’ του Θανάτου τις λεπίδες, μόνον μία φορά! Αν όμως τον έχεις σα δούλο σου, όσες θες!” Αν κι εσύ, δεν έχεις συναισθήματα! Πάρε.

ΑΚ- ΦΖΜ! Βοήθησέ με με αυτή τη θνητή! 

ΑΠ- Ααααααααααααα!

________

ΑΠ- Κάνει παγωνιά! Ως το κόκαλο το κρύο!

ΑΒ– [Την σκεπάζει] Έλα μαζί μου!

_______

ΓΚ- Αααααα! Νιώθω τα σωθικά μου να με εγκαταλείπουν! [Πέφτει νεκρή]

ΑΚ- [Τη ζωντανεύει] Είμαι ανίκητος! Χα, χα!

Σκέψεις- Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος, Τρό-μος!

______

Αφηγητής- Μόνον τρόμος; Δε θυμάστε τότε, που είχαν πιάσει τον Άνδρα Κλέφτη, αν κι εκείνος επίτηδες έπεσε στα βρόγχια του διχτυού τους, αφού ποθούσε τα διαμάντια που μετέφεραν κατά χιλιάδες εκεί, κοντά, προς τις τράπεζες!

Σκέψη 1- Και είπανε πως την αυγή θα τον εκτελούσαν!

Σκέψη 2- Και την αυγή, είχε αλλάξει θέσεις με τη γυναίκα Κλέφτη!

Σκέψεις- [Τρομοκρατημένες, φωνάζουν]

Αφηγητής- Κι όταν είπανε να την ετελέσουν επιτόπου, ο Άνδρας Κλέφτης τους δολοφονεί με μαχαίρια και με όπλα! Κι όμως, ένας απ’ τους δυο πυροβολεί, και την πετυχαίνει στον ώμο τη γυναίκα! Αναίσθητη, μα ζει! Και τα κατάφερε, αν κι αδύναμη…

Σκέψεις- [Ανακουφισμένες, γελάνε]

Αφηγητής- Εσείς, σκέψεις, ελάτε μαζί μου, να διηγηθώ την ιστορία με το κύκλωμα οχημάτων!

Σκέψεις- Όχι! Μη!

Αφηγητής- Φριχτές αναμνήσεις, ξέρω, μα πρέπει!

________

ΑΚ- Εδώ είμαστε! Αυτοί κλέβουν οχήματα, τα μετασχηματίζουν, κι ύστερα τα πουλάνε! Στόχος μας; Να τους κατατροπώσουμε! Θα είναι εύκολο με το σκήπτρο!

Αφηγητής- Και μπήκαν μέσα… Κι άρχισαν να επιτίθενται! Όμως, οι πολλές εκρήξεις του σκήπτρου, έκαναν ρωγμές στους τοίχους! Κι ο Άνδρας, είδε μια χαραμάδα να σχηματίζεται! Κι το φως της ημέρας, να μπαίνει μέσα! Όχι! Άρχιζε να καταρρέει το ταβάνι! [Πανί] Έτρεξε να τη σώσει, μα… Μα δεν πρόλαβε! Και την καταπλάκωσε ένα όχημα! Όχι!

[Πέφτει το πανί]

ΑΚ- Όχι! Όχι! Όχι!!!!! Όχι! [Χτυπιέται, οδύρεται, κλαίει, φωνάζει, ρίχνει μία με το σκήπτρο, όλοι νεκροί. Ζωντανεύει μερικούς.] Υπηρέτες μου, κάντε κάτι να την ζωντανέψετε!

Υπηρέτης 1- Μα… Δεν μπορούμε…

ΑΚ- Άχρηστα πλάσματα! Δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε! [Τον σκοτώνει]

Υπηρέτης 2- Γιατί δεν τη ζωντανεύετε με το σκήπτρο;

ΑΚ- Άχρηστε! Δεν ξέρεις; Με περιπαίζεις; Δε θυμάσαι; Όποιον βάζεις πάνω από εσένα, μόνον μία φορά τον ζωντανεύεις! Όχι! Όχι!

Υπηρέτης 2- Εσείς δε λέγατε πως δεν έχετε συναισθήματα;

ΑΚ- Δεν καταλαβαίνεις; Για εμένα, δεν υπάρχει ήλιος! [Δυσκολεύεται να αναπνεύσει]

Υπηρέτης 2- Πάρτε ανάσες!

ΑΚ- Πώς; Με τί οξυγόνο; Από τί φυτά; Με τί ήλιο, μου λες;! Δεν υπάρχει ανατολή, μόνο ατέρμονο σκότος κι έρεβος! Για εμένα… Τώρα πια… Πάει… Πάει το φως της ζωής μου! Πάνε όλα! Πάνε! Όχι!

Αφηγητής- Και οδυρόταν. Για μία ζωή. Για μια ζωή χαμένη. Για δύο ζωές χαμένες… Και σαν η μοίρα να μην είχε ευχαριστηθεί ακόμη το παιχνίδι, δακρυσμένος, ο Άνδρας Κλέφτης άκουσε…

Σέρσης- Εδώ είμαστε, λοιπόν! Χα, χα! Πόσον καιρό έχουμε να ιδωθούμε, Άνδρα; Πόσον καιρό, λέω, διψάω για το ψυχρό ποτήρι της εκδίκησης; Πόσον, ε; Και βλέπω, πως ένιωσες στο πετσί σου τον πόνο που μου προξενίσατε! Τη βλέπω όμως νεκρή, και αυτό με χαροποιεί, θα κουραστώ λιγότερο! Αντίνοε!

ΑΚ- Τί σε κάνει να πιστεύεις, πως θα κερδίσεις με έναν μόνο άνδρα, ενώ πιο πριν δεν τα είχες καταφέρει;

Σ- Χα! Έχω, εδώ, αυτό που έκανε τον ΦΖΜ ό,τι τώρα αυτός είναι! Το δαχτυλίδι του σκότους!

ΑΚ- Αδύνατο! Στρατιώτη, επίθεση!

Αντίνοος- [Σκοτώνει τον στρατιώτη]

ΑΚ- [Σκοτώνει τον Αντίνοο]

Σ- Καλά, λοιπόν! Θα λερώσω αυτό το ιερό αντικείμενο, μόνον για να δω το κουφάρι σου!

Αφηγητής- Τόσο αλαζόνας ήτανε ο Σέρσης, που θέλησε, λέει, να σκοτώσει τον Άνδρα Κλέφτη με κλειστά τα μάτια του, και φάνηκε το δαχτυλίδι να εκπέμπει μία λωρίδα λευκής μαγείας. Πέτυχε τον Άνδρα στην καρδιά.

ΑΚ- Ξέρω πως δε θα κερδίσω άλλη μάχη μετά από τούτη! Μα δε με νοιάζει!

Σ- Γιατί; Θα κερδίσεις αυτή νομίζεις;

ΑΚ- Ανόητε αλαζόνα! Ο ΦΖΜ είχε απορροφήσει τη μαγεία του δαχτυλιδιού! Χα! Δεν ξέρω τί παιχνιδάκια έπαιξε μαζί σου ο Μαύρος Πύργος, σε ξεγέλασε όμως!

Σ- Πώς τολμάς; Α! Γιατί δεν μπορώ να κουνηθώ; Α!!! Τί μου συμβαίνει; Νιώθω τα σωθικά μου να χάνονται! Α!

ΑΚ- Έχεις τίποτε τελευταίο να πεις, πριν σε πάρει ο Θάνατος;

Σ- Σε καταρράζομαι! Θα πεθάνεις άδοξα! Τ’ ακούς; Άδοξα! Α! [Πέφτει νεκρός]

ΑΚ- [Κάθεται ακίνητος]

Θάνατος- Άλλος ένας… Και κοντοζυγώνει ο τελευταίος…

____________

Εφιαλοβγάλτης– Όμορφα είναι εδώ… Πρέπει να βρω τους δύο Κλέφτες, τους θέλω!

ΑΚ- Εδώ είμαι!

Ε- Ιδού! Δύο περίμενα, όμως… Όμως έναν βρήκα! Δίπλα από έναν αποδεκατισμένο στρατό, να παλεύει για τη ζωή του!

ΑΚ- Ποιος είσαι; Τί θες; Και μόνον αντικρύζοντας το μεγαλείο σου, αναγνωρίζω πως δεν ήρθες για καλό!

Ε- Λοιπόν, βουλωμένο γράμμα διαβάζεις! Είμαι ο Εφιαλοβγάλτης, γιος του ΛΔΔ, και της μαγείας του προδότη Φυξ! Ήρθα να πάρω εκδίκηση για τον πατέρα μου! Περπατούσα, μιαν κρύα νύκτα, ολομόναχος, κι άκουσα μια φωνή να μου λέει:

“Πάρε κάτι από όλους! Αν θες ν’ ανοίξεις το μαγικό κουτί! Και πες… Οσμακριοτελαρικοντάριους!”

ΑΚ- Αδύνατο! Και η Μοργκανάνα; 

Ε- Ανόητε! [Τον αρπάζει με μαγεία] Δε χρειάζεται να σε σκοτώσω! Μία τρίχα σου θέλω μόνο! Αλλά… Γιατί να σε αφήσω εδώ;

Αφηγητής- Και ο άσπλαχνος Εφιαλοβγάλτης, έριξε τον Άνδρα Κλέφτη σε μια έρημη βραχονησίδα, να πεθάνει από ασιτία και δίψα. Και τα τελευταία του λόγια, ήταν:

ΑΚ- Για εσένα! Που σε αγαπούσα, σε αγαπώ, και θα σ’ αγαπώ, για πάντα! Ακόμη κι όταν ο Θάνατος, δώσει την ψυχή μου στο μεγάλο έρεβος! Ο χρόνος περνά γρήγορα, δε σταματά να κοιτάξει κανέναν! Και σπατάλησα τη ζωή, την εξόδεψα, παράφορα γυρεύοντας μιαν άλλη! Ποια; Αυτή που έπρεπε! [Γελάει νευρικά] Δεν έχω τη δύναμη να πω τίποτε άλλο… Απλώς… Για ‘σένα… Και μη με ξεχάσεις… Τόλμα… Τόλμα…[Ξεψυχάει, σε ένα κλίμα οδύνης, θλίψης και συγκίνησης -Ηλία, σε εμπιστεύομαι γι’ αυτό-]

Σκέψεις- Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος, Θά-νατος! [Τον σκεπάζουν με ένα πανί (Θέλω κάτι λυπηρό εδώ)]

Θάνατος- Χρόνος-Θάνατος. Απόλυτο, ανίκητο δίδυμο!

Υπόκλιση- ΤΕΛΟΣ

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο